ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΕΣ ΠΕΠΟΙΘΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΟΛΕΜΟΣ

Οι πεποιθήσεις καθορίζουν την ανθρώπινη συμπεριφορά, και η ιστορία δείχνει ότι αν είναι λανθασμένες τα αποτελέσματα μπορεί να είναι καταστροφικά.

Έχετε ποτέ ακούσει κάποιον χριστιανό να λέει ότι, “αφού πιστεύεις στον Χριστό όλα τ’ άλλα δεν έχουν καμία σημασία”; Είναι όμως έτσι; Τί δείχνει η πραγματικότητα και η ιστορία;

Σύμφωνα με την Αγία Γραφή, αυτοί που γνωρίζουν τον Θεό θα πρέπει να έχουν απόψεις βασισμένες πάνω στις εντολές Του και όχι σε συμβιβασμούς. “Και με αυτό γνωρίζουμε ότι Τον έχουμε γνωρίσει: αν τηρούμε τις εντολές Του. Όποιος λέει: «Τον έχω γνωρίσει», αλλά τις εντολές Του δεν τηρεί, ψεύτης είναι, και μέσα σ’ αυτόν δεν είναι η αλήθεια” (Α΄ Ιωαν. 2:3-4).

Γιατί έχουν τόση σημασία αυτά που πιστεύουμε; Οι πεποιθήσεις μας έχουν συνέπειες επειδή καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό τις αποφάσεις που παίρνουμε. Οι αποφάσεις μας, με τη σειρά τους, καθορίζουν τον τρόπο ζωής που ακολουθούμε.

Αν οι αποφάσεις μας βασίζονται πάνω στους νόμους του Θεού, τότε μπορούμε να αντισταθούμε στις πιέσεις που ο κόσμος γύρω μας ασκεί πάνω μας προσπαθώντας να μας κάνει να συμμορφωνόμαστε με τα πρότυπα και τις αξίες του. Μπορούμε να ζούμε στον κόσμο, αλλά δεν μπορούμε να συμμετέχουμε στις αμαρτίες του. Πρέπει και μπορούμε να αποφεύγουμε την παράβαση των νόμων του Θεού που τόσο συχνά γίνεται στην κοινωνία.

Οι εντολές του Θεού πρέπει να καθορίζουν τις απόψεις μας, και σίγουρα πρέπει να φέρνουν κάποια διαφορά στις αποφάσεις που παίρνουμε. Όπως ο Χριστός δίδαξε, “ο άνθρωπος δεν θα ζήσει μόνο με ψωμί, αλλά με κάθε λόγο που βγαίνει από το στόμα του Θεού” (Ματθ. 4:4).

Αναλογιστείτε, για παράδειγμα, την Έκτη Εντολή, “Μη φονεύσεις” (Εξοδ. 20:13). Αυτή η εντολή φαίνεται ξεκάθαρη, ωστόσο το μεγαλύτερο μέρος του παραδοσιακού Χριστιανισμού ερμηνεύει αυτή την εντολή σαν να επιτρέπει στους Χριστιανούς να διαπράττουν φόνους σε περίπτωση πολέμου.

Η αντίληψη του “δίκαιου πολέμου”

Η αντίληψη πως ένα πόλεμος μπορεί να είναι δίκαιος δεν ήταν διαδεδομένη μεταξύ των Χριστιανών των τριών πρώτων αιώνων. Ωστόσο, αφότου ο Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος προσχώρησε στον Ρωμαϊκό Χριστιανισμό, το 325, η θρησκευτική και πολιτική εξουσία συνδέθηκαν στενά. Και οι κοσμικοί και οι θρησκευόμενοι είχαν μια αυτοκρατορία να υπερασπιστούν, και έτσι οι ηγέτες της — αυτοκρατορικής πλέον — Εκκλησίας συμπέραναν πως ένας Χριστιανός θα μπορούσε να παίρνει όπλα και να πολεμάει υπέρ της “χριστιανικής” αυτοκρατορίας και της Εκκλησίας.

Ο χριστιανικός κόσμος δέχτηκε βολικά την αντίληψη πως ένας Χριστιανός θα μπορούσε να πάρει όπλα και να διεξάγει πόλεμο χωρίς να αμαρτάνει. Ο Βρεττανός ιστορικός Paul Johnson περιγράφει πως αυτή η αντίληψη πέρασε απ’ την Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία στην Δυτική Καθολική και μετά στις περισσότερες Διαμαρτυρόμενες εκκλησίες. Ο ιστορικός αυτός είναι, όπως ο ίδιος αναφέρει, Ρωμαιοκαθολικός αλλά αναγνωρίζει τα ελαττώματα του εκκλησιαστικού παρελθόντος.

Ο Johnson ανιχνεύει το δόγμα του “δίκαιου πολέμου”, και της δικαιολόγησης της Χριστιανικής βίας εναντίον άλλων, στον Αυγουστίνο, τον εκκλησιαστικό πατέρα του 4ου αιώνα: “Φυσικά οι καιροί ήταν τρομακτικοί. Η γηραιά [Ρωμαϊκή] αυτοκρατορία ήταν ένα ολοκληρωτικό κράτος. Τα βασανιστήρια από την αυτοκρατορική εξουσία λάμβαναν χώρα οποτέδηποτε εκείνη ήθελε… Ο Αυγουστίνος ήταν ο αγωγός του αρχαίου κόσμου … Αν το Κράτος χρησιμοποιούσε τέτοιες μεθόδους για τους αξιοθρήνητους σκοπούς του, δεν είχε και η Εκκλησία το δικαίωμα να κάνει το ίδιο για τους πολύ ανώτερους σκοπούς της; Όχι μόνο δέχτηκε να ασκεί η Εκκλησία διωγμούς κατά των αντιπάλων της, αλλά έγινε και ο θεωρητικός τους, η απολογητική του υπέρ της χρήσης βίας από την Εκκλησία αποτέλεσε το έδαφος πάνω στο οποίο στηρίχτηκαν όλες οι μεταγενέστερες απολογητικές υπέρ του θεσμού της Ιεράς Εξετάσεως. Για πρώτη φορά, επίσης, χρησιμοποίησε την αναλογία με την Πολιτεία, και στην πραγματικότητα έκανε έκκληση στην ορθοδοξία της Πολιτείας, για να υποστηρίξει ότι είναι απαραίτητη η διαρκής συμμαχία της με την Εκκλησία για την εξόντωση των διαφωνούντων … Εδώ, για πρώτη φορά εκφράστηκε η έκκληση της διώκουσας Εκκλησίας για συμμαχία με όλα τα ολοκληρωτικά στοιχεία της κοινωνίας, και της ανθρώπινης φύσης…

Διαφορές στη Δύση και στην Ανατολή

Αυτός ο τονισμός της βίας χαρακτήριζε ιδιαίτερα τη Δύση. Οι Χριστιανοί της Ανατολικής Εκκλησίας έτειναν να ακολουθούν τις διδασκαλίες του Αγίου Βασιλείου, ο οποίος θεωρούσε τον πόλεμο ως κάτι το επαίσχυντο. Αυτό ήταν κάτι που υπήρχε στην αρχική χριστιανική παράδοση: η βία σε κάθε της μορφή ήταν απεχθής στους πρώτους Χριστιανούς, οι οποίοι προτιμούσαν να πεθάνουν παρά να αντισταθούν, και ο Παύλος, ερμηνεύοντας τον Χριστό, δεν προσπάθησε καν να φτιάξει κάποιο επιχείρημα υπέρ της νομιμότητας της βίας. Ήταν ο Άγιος Αυγουστίνος αυτός που έδωσε στον δυτικό Χριστιανισμό τη μοιραία στροφή προς αυτή την κατεύθυνση. Όπως πάντα, μέσα στον βαθύ πεσιμισμό του, ενδιαφερόταν να συμβιβάσει τα ελαττώματα της κοινωνίας με τον χριστιανικό αγώνα. Οι άνθρωποι αγωνίζονταν, και πάντα αγωνίζονταν, έτσι ο πόλεμος είχε μία θέση μέσα στο χριστιανικό μοντέλο συμπεριφοράς, η οποία έπρεπε να καθοριστεί από τους ηθικούς θεολόγους.

Σύμφωνα με την άποψη του Αυγουστίνου, ο πόλεμος θα μπορούσε πάντα να διεξάγεται, με την προϋπόθεση ότι γινόταν κατ’ εντολήν του Θεού — εννοώντας βέβαια εντολή της Εκκλησίας. Αυτή η διατύπωση ήταν διπλά επικίνδυνη. Όχι μόνον επέτρεπε την ύπαρξη ‘δίκαιων πολέμων’, ιδέα που έγινε κοινότυπη στη χριστιανική ηθική θεολογία, αλλά δυσφήμησε τους οπαδούς της ειρήνης, των οποίων η άρνηση να πολεμήσουν σε κάποιο πόλεμο που καθοριζόταν ως “δίκαιος” από τις εκκλησιαστικές αρχές θεωρούνταν περιφρόνηση των θεϊκών εντολών. Έτσι η σύγχρονη φυλάκιση των αντιρρησιών συνείδησης είναι βαθιά θεμελιωμένη στα παραδοσιακά χριστιανικά δόγματα. Το ίδιο και η ανωμαλία του να πολεμούν δύο χριστιανικά κράτη μεταξύ τους, διεξάγοντας ‘δίκαιο πόλεμο’ το ένα εναντίον του άλλου.

Αυτό που έκανε τη διδασκαλία του Αυγουστίνου να προκαλέσει ακόμα μεγαλύτερη διαφθορά ήταν η σύνδεση στη σκέψη του μεταξύ του ‘πολέμου σύμφωνα με θεϊκή εντολή’ και της ανάλογης προσπάθειας να προσηλυτίσει τους ειδωλολάτρες και να καταστρέψει τους αιρετικούς … Η βία όχι μόνο μπορούσε να δικαιωθεί: ήταν ιδιαίτερα ωφέλιμη όταν στρεφόταν εναντίον εκείνων που είχαν κάποια διαφορετική θρησκευτική πίστη (ή καμία). Η Εκκλησία του Μεσαίωνα απλά ανέπτυξε περαιτέρω τη διδασκαλία του Αυγουστίνου. Ο Πάπας Λέων ο Δ΄ είπε ότι οποιοσδήποτε πέθαινε σε μάχη για την υπεράσπιση της Εκκλησίας θα λάμβανε ουράνια ανταμοιβή, ο Ιωάννης ο Η΄ πίστευε ότι ένα τέτοιο άτομο θα μπορούσε να καταταχθεί στους μάρτυρες” (Paul Johnson, A History of Christianity, Penguin Books, 1976, σσ. 116-117, 241-242).

Ο Χριστός είπε, “Αγαπάτε τους εχθρούς σας”

Είναι αυτός ο τρόπος που ο Χριστός έβλεπε την απαγόρευση της Έκτης Εντολής για διάπραξη φόνου; Σίγουρα όχι! Ξεκάθαρα εξήγησε στο Ματθ. 5:43-45: “Αγαπάτε τους εχθρούς σας, ευλογείτε εκείνους που σας καταριούνται, ευεργετείτε εκείνους που σας μισούν, και προσεύχεστε υπέρ εκείνων που σας βλάπτουν και σας κατατρέχουν, για να γίνετε γιοι του Πατέρα σας που είναι στους ουρανούς, διότι Αυτός ανατέλλει τον ήλιο Του σε πονηρούς και αγαθούς και βρέχει σε δίκαιους και άδικους” (Ματθ. 5:43-45).

Στη διάρκεια των αιώνων, θαρραλέοι Χριστιανοί παρέμειναν πιστοί σ’ αυτήν την εντολή του Χριστού, παρά το διωγμό και την απειλή του θανάτου. Στο μεταξύ, εκείνοι που εμπλέκονταν σε πολέμους — που πάντα περιγράφονταν ως “δίκαιοι” απ’ τους ηγέτες των αντιμαχόμενων πλευρών — συχνά γίνονταν πιόνια της συγκεκριμένης κυβέρνησης ή των αρχόντων στους οποίους ήταν υπήκοοι και στο πλευρό των οποίων αναγκάζονταν να πολεμήσουν. Στον αιώνα μας η ανθρωπότητα υπήρξε μάρτυρας του τραγικού θεάματος δύο παγκόσμιων πόλεμων, ο καθένας απ’ τους οποίους στοίχισε τη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων, που πολεμούσαν για λογαριασμό εθνών που ισχυρίζονταν ότι ήταν Χριστιανικά.

Η International Standard Bible Encyclopedia συνοψίζει τη διδασκαλία του Ιησού Χριστού: “…Η θρησκεία του Ιησού είναι ουσιαστικά ένα κάλεσμα για ειρήνη παρά για πόλεμο. Η Καινή Διαθήκη αποδίδει τον πόλεμο στον ατομισμό και στην απληστία που κυριεύει τους ανθρώπους (Ιάκωβος 4:1). Οι πρώτοι Χριστιανοί διδάσκονταν πως ο πραγματικός πόλεμος λαμβάνει χώρα μέσα στον άνθρωπο, τα πάθη της σάρκας πολεμούν ενάντια στην ψυχή (Α Πέτρου 2:11). Η πανοπλία του Χριστιανού είναι η πανοπλία του Θεού, και έχει σαν σκοπό να τον καταστήσει ικανό να σταθεί ενάντια στις δυνάμεις του σκότους του παρόντος κόσμου (Εφεσίους 6:10-17)” (Vol. 4, Eerdmans, Grand Rapids, 1988, σ. 1018).

Η ώρα της απόφασης στην προπολεμική Γερμανία

Τί θα συνέβαινε αν ζούσαμε στη Γερμανία της δεκαετίας του ‘30 και το χριστιανικό μας σύστημα αξιών αποδεχόταν τη συμμετοχή σε πόλεμο; Ο ιστορικός Johnson δίνει μία ειλικρινή περιγραφή της στάσης των Χριστιανικών ομάδων της εποχής εκείνης, των ομάδων εκείνων των οποίων το σύστημα αξιών παράγαγε αποκαλυπτικά αποτελέσματα:

Παρά τις προσπάθειες και των Διαμαρτυρόμενων και των Καθολικών κληρικών να ξεγελάσουν τους εαυτούς τους, ο Χίτλερ δεν ήταν Χριστιανός, και τα περισσότερα απ’ τα μέλη του κινήματός του ήταν δηλωμένοι αντιΧριστιανοί. Φυσικά ο Χίτλερ μερικές φορές ήταν απατηλός. Επίσημα ποτέ δεν εγκατέλειψε την [Καθολική] Εκκλησία … Ούτε και η Ευαγγελική [Λουθηρανική] ούτε και η Καθολική Εκκλησία καταδίκασαν ποτέ το Ναζιστικό καθεστώς … Ποτέ δεν δόθηκε στους Καθολικούς, είτε από τη δική τους ιεραρχία είτε από τη Ρώμη, η ελευθερία από την ηθική τους υποχρέωση να υπακούν τους Ναζί άρχοντες … ούτε και ποτέ οι επίσκοποι τούς είπαν επίσημα ότι το καθεστώς ήταν κακό, ή έστω και λανθασμένο …

Από τις 17.000 Ευαγγελικούς [Λουθηρανούς] ποιμένες, ποτέ δεν υπήρχαν περισσότεροι από 50 που να βρίσκονται φυλακισμένοι σε μακρόχρονες καταδίκες. Απ’ τους Καθολικούς, ένας επίσκοπος μόνον εκδιώχτηκε απ’ την επισκοπή του, και ένας άλλος καταδικάστηκε σε μια μικρή ποινή για οικονομικά αδικήματα. Δεν υπήρχε κάποια άλλη αντίσταση, παρά το γεγονός ότι από το καλοκαίρι του 1939, όλα τα θρησκευτικά σχολεία είχαν καταργηθεί…

Και οι δύο κρατικές εκκλησίες προέτρεπαν τους Γερμανούς να υπακούν στον Φύρερ και να πολεμούν για τη νίκη … Ο Πάπας Πίος ο ΙΒ’ συμβούλευε όλους τους Καθολικούς παντού να ‘πολεμούν με ανδρεία και φιλανθρωπία’ σε οποιαδήποτε πλευρά κι αν μάχονταν …” (Johnson, A History of Christianity, σσ. 485-490).

Οι μόνες εκκλησίες που δεν συμμετείχαν στην υποστήριξη του καθεστώτος του Χίτλερ και του πολέμου του ήταν εκείνες που τηρούσαν την Έκτη Εντολή όπως εκφράστηκε από τον Ιησού Χριστό: ο Πόλεμος είναι βδέλυγμα για τους Χριστιανούς, και πρέπει να είναι πρόθυμοι να δεχτούν διωγμούς προκειμένου να σταθούν στερεοί στα πιστεύω τους.

Ο Johnson περιγράφει τη μοίρα εκείνων των Χριστιανών που σταθερά αρνήθηκαν να συμμετέχουν στον πόλεμο: “Μόνο ανεξάρτητες [χριστιανικές] ομάδες έμειναν προσκολλημένες στις αρχές τους σε τέτοιο βαθμό ώστε να προσελκύσουν άγριο διωγμό. Οι πιο ηρωικοί ήταν οι Μάρτυρες του Ιεχωβά, οι οποίοι [στη Γερμανία] διακήρυξαν ξεκάθαρα την δογματική τους αντίθεση στη ναζιστική ιδεολογία και υπέφεραν ανάλογα. Αρνήθηκαν από την αρχή οποιαδήποτε συνεργασία με το Ναζιστικό κράτος το οποίο αποκήρυξαν ως ολοκληρωτικά κακό. Οι Ναζί τους συκοφαντούσαν πως αποτελούσαν μέρος μίας υποτιθέμενης ΕβραιοΜαρξιστικής συνωμοσίας. Πολλοί από αυτούς τους ηρωικούς Χριστιανούς καταδικάστηκαν σε θάνατο γιατί αρνήθηκαν τη στρατιωτική θητεία και προέτρεψαν και άλλους να κάνουν το ίδιο, ή κατέληξαν στο Νταχάου και σε φρενοκομεία. Το ένα τρίτο από τους Μάρτυρες του Ιεχωβά στην πραγματικότητα δολοφονήθηκαν, και το 97% υπέφεραν διωγμό …” (σ. 489).

Κάποιοι ελάχιστοι γενναίοι κληρικοί, φωτεινές εξαιρέσεις ανάμεσα στους Διαμαρτυρόμενους και Καθολικούς αντιστάθηκαν στο ναζιστικό καθεστώς. Πλήρωσαν ακριβά, υποφέροντας φυλάκιση και κάποιοι, όπως ο Λουθηρανός ποιμένας Ντήτριχ Μπονχόφφερ και ο Ιησουίτης Αλφρεντ Ντελπ, εκτελέστηκαν για την άρνησή τους να υποστηρίξουν την ιδεολογία του Γερμανικού εθνικισμού. Αλλά αυτές οι φωτεινές εξαιρέσεις όχι μόνο δεν υποστηρίχτηκαν από τις εκκλησίες τους, αλλά ίσως και προδόθηκαν από αυτές.

Άνθρωποι πολεμούν ενάντια στον Άρχοντα της Ειρήνης

Πόσο σημαντικές είναι οι πεποιθήσεις μας; Η ιστορία δείχνει ότι οι πεποιθήσεις μας καθορίζουν τις πράξεις μας. Η μεγαλύτερη ειρωνεία του δόγματος του “δίκαιου πολέμου” θα αποκαλυφθεί όταν, όπως δείχνει το 17ο κεφάλαιο της Αποκάλυψης, τα έθνη της γης θα εξαπατηθούν — σε τέτοιο βαθμό ώστε θα στείλουν στρατεύματα σε έναν τελικό πόλεμο που θα αποκαλούν δίκαιο.

Αλλά ενάντια σε ποιον θα πολεμήσουν; Το εδάφιο 14 λέει ότι θα πολεμήσουν ενάντια στον Ιησού Χριστό, τον Άρχοντα της Ειρήνης, που θα έχει επιστρέψει στη γη! (Αποκάλυψη 16:16).

Όπως το The Interpreter’s Dictionary of the Bible εξηγεί: “Η διδασκαλία του Ιησού κατευθύνεται έντονα προς την ειρήνη και τους ειρηνοποιούς. Η βασιλεία του Θεού δεν χρειάζεται καμία δύναμη για να εγκαθιδρυθεί ή να διατηρηθεί. Οι ειρηνοποιοί μακαρίζονται (Ματθαίος 5:9), και ο εχθρός πρέπει να αντιμετωπίζεται με αγάπη και αγαθοεργία αντί για μίσος και βία (Ματθαίος 5:43-44, Λουκάς 6:27, 35). Η ηθική του Ιησού είναι η αντίθεση του πολεμικού φρονήματος, και, αν γινόταν παγκόσμια αποδεκτή, θα δημιουργούσε ένα ήθος μέσα στο οποίο ο πόλεμος θα ήταν αδύνατος” (Vol. 4, Abingdon Press, 1962, σ. 801).

Αυτή είναι η δραματική ιστορία των ενοχών — ή της έλλειψης αυτών — και των αποτελεσμάτων τους. Οι εντολές του Θεού — περιλαμβάνοντας και την εντολή “Μη φονεύσεις” — στέκονται σε άμεση αντιπαράθεση απέναντι στην αυταπάτη των διαστρεβλωμένων αξιών της κοινωνίας.

Μαζί με τα τρομακτικά γεγονότα που θα περικυκλώσουν τον κόσμο λίγο πριν την επιστροφή του Ιησού, η Βίβλος περιγράφει μία ομάδα ανθρώπων που ξεχωρίζουν εξαιτίας της αφιέρωσής τους στο να υπακούν τον Θεό: “Εδώ είναι η υπομονή των αγίων, εδώ είναι όσοι τηρούν τις εντολές του Θεού και την πίστη του Ιησού” (Αποκαλ. 14:12).

Οι άνθρωποι του Θεού είναι αποφασισμένοι, άσχετα με το κόστος, να παραμείνουν πιστοί στις εντολές Του και στην πίστη τους στον Ιησού Χριστό, τον Άρχοντα της Ειρήνης, θα παραμείνουν ειρηνοποιοί, περιμένοντας να έρθει η βασιλεία της Ειρήνης στον κόσμο.

Mario Seiglie

Μετάφραση κατόπιν αδείας του άρθρου Does It Really Matter What You Believe? από το περιοδικό The Good News – Jan/Febr 1997.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *