ΙΗΣΟΥΣ Ο ΙΟΥΔΑΙΟΣ

του Arthur E. Zannoni

Αναρωτηθήκατε ποτέ πώς έμοιαζε ο Ιησούς; Τί χρώμα είχαν τα μαλλιά του ή τα μάτια του; Πόσο ψηλός ήταν; Και ενώ αυτά είναι ενδιαφέροντα ερωτήματα, δεν μπορούμε στην πραγματικότητα να τα απαντήσουμε. Αυτό που σίγουρα γνωρίζουμε είναι ότι ο Ιησούς ήταν Εβραίος.

Ο Ιησούς δεν ήταν Χριστιανός. Δεν πήγαινε στη λειτουργία την Κυριακή· πήγαινε σε λατρευτική σύναξη το Σάββατο· και δεν πήγαινε σε εκκλησία, πήγαινε σε Ιουδαϊκή συναγωγή. Δεν μιλούσε Ελληνικά ή Λατινικά ή Αγγλικά· μιλούσε Εβραϊκά και Αραμαϊκά. Γεννήθηκε από Εβραία μητέρα, πράγμα που σημαίνει ότι θα έμοιαζε με όλους τους άλλους Εβραίους της εποχής του.

Οι πρώτοι μαθητές του ήταν όλοι Εβραίοι. Κανείς δεν τον προσφωνούσε “πάτερ”, “ποιμένα”, ή “αιδεσιμώτατε”, αλλά τον αποκαλούσαν Ραββί (διδάσκα­λο). Δεν διάβαζε την Καινή Διαθήκη, γιατί αυτή συντάχθηκε μετά το θάνατο του. Αυτό που μελετού­σε ήταν οι Εβραϊκές Γραφές, που οι Χριστιανοί αποκαλούν Παλαιά Διαθήκη.

Ποτέ δεν απάγγελε το ροζάριο, ποτέ δεν έψαλλε μία λειτουργία, ή δεν χρησιμοποίησε ένα από τα σύγχρονα βιβλία προσευχών. Μάλλον απάγγελλε τους Ψαλμούς · πέθανε με ένα εδάφιο από τους Ψαλμούς στα χείλη του: “Ελί, Ελί,… ” (“Θεέ μου, Θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες;” – Ψαλμ, 22:1). Δεν γιόρταζε τα Χριστούγεννα ή άλλες Χριστιανικές γιορτές. Γιόρταζε τις Σαβουότ (Γιορτή των Εβδομά­δων ή Πεντηκοστής), Σουκκότ (Γιορτή της Σκηνοπηγίας) και Πέσσαχ (Πάσχα Εξόδου).

Ο Ιησούς ήταν ένας βαθειά αφιερωμένος και γεμάτος πίστη Ιουδαίος της εποχής του. Δυστυχώς, πολλοί από μας, παρά τη θρησκευτική μας παιδεία και ανατροφή, δεν έχουμε καταλάβει τη σημασία τού να έχουμε ένα στερεό υπόβαθρο στην Εβραϊκή θρησκεία και ιστορία ώστε να κατανοήσουμε αληθινά τον Ιησού. Ο σκοπός αυτού του άρθρου είναι να εξερευνήσει συνοπτικά τις Εβραϊκές ρίζες του Ιησού και του Χριστιανισμού.

Ιησούς ο Γαλιλαίος Ιουδαίος

Ο Ιησούς ήταν ένας Εβραίος της Παλαιστίνης, που ζούσε με την οικογένεια του όχι σε αστική περιοχή, αλλά σε αγροτική, στη Γαλιλαίο, που ήταν στο βόρειο τμήμα της χώρας. Η Γαλιλαία ήταν μία πολύ μικρή αγροτική περιοχή της αρχαίας Παλαιστίνης. Στις μέρες του Ιησού, η Γαλιλαία χωριζόταν στην άνω και κάτω Γαλιλαία. Η κάτω περιοχή της, όπου κατοικούσε ο Ιησούς, ήταν μία πολύ εύφορη κοιλάδα που εκτεινόταν από τη Μεσόγειο μέχρι τη θάλασσα της Γαλιλαίος, μία απόσταση περίπου 25 μίλια. Μπορεί κάποιος περπατώντας από τη Ναζαρέτ να φτάσει στη Θάλασσα της Γαλιλαίος μέσα σε τρεις περίπου ώρες.

Ανάμεσα στα σημαντικά χωριά αυτής της περιο­χής τις μέρες του Ιησού ήταν και η Ναζαρέτ και η Καπερναούμ. Η Ναζαρέτ, πατρίδα του Ιησού, ήταν ένα αγροτικό χωριό στην καρδιά της Γαλιλαίος. Ο πληθυσμός του χωριού αποτελείτο από αγρότες και μερικούς τεχνίτες. Γνωρίζουμε από το Ευαγγέλιο του Λουκά ότι η Ναζαρέτ είχε μία συναγωγή, στην οποία πήγαινε ο Ιησούς. Εκεί ήταν που διάβασε από την περγαμηνή του Ησαΐα (4:16-30).

Η Καπερναούμ, που βρισκόταν βόρεια της Ναζα­ρέτ, πάνω στη Θάλασσα της Γαλιλαίος, αποτελούσε το κέντρο της δραστηριότητας του Ιησού στη διάρκεια του μεγαλύτερου μέρους της δημόσιας διακονίας του (Μτ 4:12-13). Ήταν ένα εμπορικό και αγροτικό κέντρο και είχε τελωνείο. Η Καπερναούμ είχε μία συναγωγή στην οποία ο Ιησούς έκανε θεραπείες και δίδασκε (Λκ 4:31-37).

Αυτά τα χωριά αποτελούνταν από τους αμ χα ερέτζ ( κάτοικοι της γης, της υπαίθρου ), που ήταν οι φτωχοί και οι αγρότες, και οι οποίοι υπήρξαν οι πρώτοι αποδέκτες του κηρύγματος του Ιησού, των διδασκαλιών του και των θαυμάτων του. Αυτή η περιοχή ήταν Εβραϊκή στη συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού της. Εκεί περπάτησε ο Ιησούς και από ‘κει προήλθαν οι αρχικοί του απόστολοι.

Ο Ιησούς και άλλοι Ιουδαίοι

Απ’ όσο γνωρίζουμε, την εποχή του Ιησού υπήρχαν τέσσερις κύριες Ιουδαϊκές ομάδες: οι Φαρισαίοι, οι Σαδδουκαίοι, οι Ζηλωτές και οι Εσσαίοι.

Οι Εσσαίοι, των οποίων το όνομα προέρχεται από μία Αραμαϊκή λέξη που σημαίνει “ευσεβής”, έφυγαν από την Ιερουσαλήμ και σταμάτησαν να συμμετέχουν στο Ναό. Εγκαταστάθηκαν στην έρημο της Ιουδαίας, κοντά στη Νεκρά Θάλασσα, σε ένα είδος απομονω­μένης μοναστικής κοινότητας όπου μελετούσαν τις Γραφές και ανέπτυσσαν το δικό τους τρόπο ζωής περιμένοντας τη βασιλεία του Μεσσία. Οι Εσσαίοι ήταν γνωστοί για την ευσέβειά τους, για την καθημερινή προσευχή, την προσευχή πριν και μετά τα γεύματα, την αυστηρή τήρηση του Σαββάτου, το καθημερινό βάπτισμα εξαγνισμού, την έμφαση που έδιναν στην αγνότητα, φορώντας λευκούς χιτώνες ως σύμβολό της, στα κοινά γεύματα και στην κοινοκτημοσύνη όλης της ιδιοκτησίας. Πουθενά στα Ευαγγέλια όμως ο Ιησούς δεν παρουσιάζεται να υποστηρίζει τον αναχωρητικό μοναστικό τρόπο ζωής των Εσσαίων.

Ο Ιησούς δεν ήταν ούτε Ζηλωτής. Οι Ζηλωτές ήταν Εβραίοι (πολλοί από τους οποίους ζούσαν στη Γαλιλαία) οι οποίοι αντιστέκονταν στη Ρωμαϊκή κατοχή με σφοδρότητα και πολεμικές πράξεις. Δεν υπάρχει καμία ένδειξη στις διδασκαλίες του Ιησού ότι αντιδρούσε στη Ρωμαϊκή κατοχή ή ότι ενθάρ­ρυνε την εξέγερση κατά της Ρώμης.

Ο Ιησούς επίσης διαχωριζόταν ξεκάθαρα από τους Σαδδουκαίους. Οι Σαδδουκαίοι, των οποίων το όνομα στα Εβραϊκά σημαίνει “οι δίκαιοι”, πίστευαν σε μία αυστηρή ερμηνεία της Τορά (Πεντατεύχου) και δεν πίστευαν σε καμία μορφή ζωής μετά θάνατον. Ο Ιησούς πίστευε στη σωματική ανάσταση, κάτι που δεν ήταν δεκτό από τους Σαδδουκαίους (Μρ 12:18-27).

Ιησούς ο Φαρισαίος;

Αντίθετα με τη συνήθη κατανόησή μας, ο Ιησούς μπορεί να ήταν πολύ κοντά στους Φαρισαίους, ακόμα κι’ αν λογομαχούσε έντονα μαζί τους. Πολλές απ’ τις διδασκαλίες του Ιησού και μεγάλο μέρος από το ύφος του λόγου του ήταν ξεκάθαρα όμοιο με εκείνο των Φαρισαίων. Για να καταλάβουμε αυτό το σημείο, χρειαζόμαστε να συγκρίνουμε τις κεντρικές διδασκαλίες των Φαρισαίων με εκείνες του Ιησού.

Οι Φαρισαίοι ήταν μία ομάδα λαϊκών μεταρρυ­θμιστών μέσα στον Ιουδαϊσμό. Την εποχή του Ιησού, κατοικούσαν κυρίως στα νότια της Παλαιστίνης, στην Ιουδαία. Το όνομα Φαρισαίοι σημαίνει στα Εβραϊκά “αγιασμένοι, ξεχωρισμένοι για τον Θεό”, πράγμα που προερχόταν από την τελετουργική τήρηση των εξαγνισμών και των δεκάτων, μπορεί επίσης να σημαίνει και “ερμηνευτές”, λόγω της μοναδικής ερμηνείας τους των Γραφών.

Ως θρησκευτικοί μεταρρυθμιστές, οι Φαρισαίοι δεν αντιστέκονταν σουν Ρωμαίους, αλλά αυτό που ήθελαν ήταν να εφαρμόσουν πολλές από τις λειτουργικές πρακτικές του Ναού στην καθημερινή τους ζωή. Έστρεφαν την προσοχή τους στο να ενισχύουν την αφιέρωση των ανθρώπων στην Τορά, την καρδιά και την ψυχή της αρχικής διαθήκης του λαού με τον Θεό. Πιστεύοντας ότι για πολλούς ο γραπτός Νόμος είχε γίνει ένα νεκρό γράμμα, εισήγαγαν την ιδέα ότι η ερμηνεία του πρέπει συνεχώς να ανανεώνεται και να προσαρμόζεται στη μεταβαλλόμενη εμπειρία της κοινότητας. Οι Φαρισαίοι επέμεναν ότι οι 613 εντολές που υπήρχαν στη γραπτή Τορά συνεχίζουν να ισχύουν. Αλλά οι εντολές έπρεπε να γίνουν κατανοητές κάτω από το φως των νέων αναγκών και της πραγματικότητας που αντιμετώπιζαν οι Εβραίοι της εποχής του Δεύτερου Ναού (μετά την επιστροφή από τη Βαβυλώνια αιχμαλωσία).

Οι ιερείς έπαιρναν τις επιταγές του Νόμου πιο κυριολεκτικά, και αυτό που τους ενδιέφερε πρώτιστα ήταν οι εντολές που είχαν σχέση με το Ναό και τις οποίες θεωρούσαν ως τα πρωταρχικά μέσα για τη σχέση με τον Θεό και για τον αγιασμό. Οι Φαρισαίοι, από την άλλη πλευρά, πίστευαν πως ο Νόμος έπρεπε να δίνει οδηγίες για την καθημερινή ζωή του ανθρώπου· κατ’ αυτόν τον τρόπο οι Φαρισαίοι πίστευαν ότι κάθε συνηθισμένη καθημερινή πράξη μπορούσε να καταστεί ιερή—να γίνει μία πράξη λατρείας. Κάνοντας μία “καλή πράξη” σε έναν άλλο άνθρωπο, μερικές φορές θεωρούσαν ότι ξεπερνούσε κατά κάποιο τρόπο ακόμα και τη λατρεία στο Ναό. Αυτό αποτέ­λεσε πραγματικά μία επανάσταση στη θρησκευτική σκέψη.

Επιπρόσθετα, μία νέα θρησκευτική μορφή στον Ιουδαϊσμό—ο διδάσκαλος (ραββί, κατά λέξη σημαίνει: “μεγάλε μου”)—αναδύθηκε μέσα από τη Φαρισαϊκή κίνηση. Αυτή η διακονία του διδασκάλου, του ραββίνου, διέφερε από τις παλαιότερες διακονίες του ιερέα και του προφήτη στον Ιουδαϊσμό. Οι προφήτες θεωρούνταν αντιπρό­σωποι του Θεού, ενώ οι ιερείς τελούσαν τις λειτου­ργίες και επιστατούσαν στις εορτές μέσα στο Ναό της Ιερουσαλήμ· παράδειγμα ήταν ο Ζαχαρίας, ο πατέρας του Ιωάννη του Βαπτιστή (βλ. Λκ 1:8-23). Οι ραββίνοι εκπλήρωναν ένα διπλό λειτούργημα στην κοινότητα: την ερμηνεία της Τορά και, κάτι ακόμα πιο σημαντικό, το να την κάνουν συγκεκριμένη και να έχει σχέση με τη ζωή των ανθρώπων των ημερών τους. Το κύριο έργο τους ήταν διδακτικό, όχι τελετουργικό. Είναι αξιοσημείωτο ότι ένας μη ιερατικός τύπος, ο ραββίνος, βαθμιαία αντικατέστησε τον ιερέα του Ναού ως κύριο θρησκευτικό αντιπρόσωπο της πιστότητας του Ισραήλ στην Τορά.

Ένα ακόμη σημείο της Φαρισαϊκής μεταρρύθμι­σης ήταν η ανάδυση του θεσμού που αργότερα αποκαλέστηκε Συναγωγή (σύναξη). Η συναγωγή έγινε το κέντρο αυτής της μεταρρυθμιστικής κίνη­σης, και απλώθηκε σε όλη την Παλαιστίνη και στις πόλεις της Εβραϊκής Διασποράς (των Εβραίων που ζούσαν έξω από τη γη Ισραήλ). Διαφορετικά με το Ναό, οι συναγωγές ήταν μέρη όπου δεν υπήρχαν ιερείς και θυσίες· ήταν μέρη όπου μελετούσαν την Τορά, οι ραββίνοι/σοφοί έδιναν τις ερμηνείες τους και αναπέμπονταν προσευχές. Δεν ήταν τόσο “οίκοι Θεού” όσο “οίκοι του λαού του Θεού”.

Ένα ακόμα χαρακτηριστικό των Φαρισαίων ήταν η έμφαση που έδιναν στην κοινωνία γύρω από το τραπέζι—ένας τρόπος να ενισχύουν τις σχέσεις μέσα στην κοινότητα του Ισραήλ. Ήθελαν να επεκτείνουν σε όλους τους ανθρώπους τα καθήκοντα που είχαν μόνο οι ιερείς. Στα μάτια των Φαρισαίων, το θυσιαστήριο του Ναού στην Ιερουσαλήμ μπορού­σε να αναπαραχθεί σε κάθε τραπέζι του λαού. Ήταν μία μεταρ­ρύθμιση σιωπηρή αλλά με σημαντικές προεκτάσεις . Δεν υπήρχε πλέον καμία βάση για ανάθεση της ηγεσίας του λαού αποκλειστικά στην ιερατική τάξη.

Οι Φαρισαίοι έβλεπαν τον Θεό όχι μόνο ως δημι­ουργό, δότη της διαθήκης, παρουσία που περιβάλλει τα πάντα, αλλά κατά ένα πολύ ιδιαίτερο τρόπο ως τον Πατέρα του κάθε ανθρώπου. Ο καθένας είχε το δικαίωμα να απευθύνεται στον Θεό με έναν άμεσο και προσωπικό τρόπο, όχι μόνο μέσα από τις θυσίες που πρόσφεραν οι ιερείς.

Οι Φαρισαίοι επίσης πίστευαν πολύ στην ανά­σταση κάθε ανθρώπου από τους νεκρούς. Αυτοί που οι ζωές τους χαρακτηρίζονταν από δικαιοσύνη θα ανασταίνονταν μόλις θα ερχόταν ο Μεσσίας να εγκα­ταστήσει τη βασιλεία του στη γη (ανάσταση των δικαίων). Θα απολάμβαναν αιώνια ζωή μαζί με το Θεό, τον Πατέρα.

Ο Ιησούς και οι Φαρισαίοι

Κάτω από το φως αυτών των δεδομένων, δεν υπάρχει αμφιβολία για το ότι ο Ιησούς και οι Φαρισαίοι συμμερίζονταν πολλές βασικές πεποιθήσεις. Σ’ αυτές θα στραφούμε τώρα.

Το πρώτο τους κοινό σημείο ήταν η βασική τους προσέγγιση του Θεού. Οι Φαρισαίοι τόνιζαν την ιδέα του Θεού ως Πατέρα και είχε μία κεντρική θέση στη θεολογία τους. Το ίδιο έκανε και ο Ιησούς. Μέσα στα Ευαγγέλια, στα διάφορα περιστατικά που διαδέχονται το ένα το άλλο, ο Ιησούς απευθύνεται στον Θεό με αυτόν τον τίτλο, και η θεμελιώδης προσευχή του Ιησού αρχίζει με την επίκληση του Θεού ως “Πατέρα μας” (Μτ 6:9-13). Το συνολικό αποτέλεσμα αυτής της έμφασης πάνω στην πατρό­τητα του Θεού ήταν ουσιαστικά το ίδιο και για τον Ιησού και για τους Φαρισαίους (αν και ο Ιησούς είχε μία μοναδική θέση ως “μονογενής Υιός του Θεού”): τους οδηγούσε σε μία διευρυμένη εκτίμηση της αξιοπρέπειας κάθε ανθρώπου και τελικά στην αντί­ληψη της ανάστασης—της αιώνιας ζωής με τον Θεό. Ο Θεός αποκάλυψε την πληρότητα αυτής της ζωής με το να αναστήσει σωματικά τον Ιησού.

Η δημόσια στάση του Ιησού μέσα στην κοινότητα του Ισραήλ επίσης παραλληλίζεται στενά με το ρόλο του διδασκάλου όπως είχε εξελιχθεί από τους Φαρισαίους. Ο Ιησούς, σε πολυάριθμες περιπτώσεις μέσα στα Ευαγγέλια, αποκαλούνταν διδάσκαλος και υπάρχουν πολλές περιπτώσεις όπου δίδασκε στις συναγωγές (βλ. Μτ 4:23, 9:35 · Λκ 4:15-18 · Ιω 18:20).

Ο Ιησούς επίσης συμμεριζόταν με τους Φαρι­σαίους μία γενική απροθυμία να αγωνιστεί ενάντια στις Ρωμαϊκές αρχές. Οταν οι μαθητές των Φαρισαίων τον ρώτησαν αν επιτρέπεται να δίνουν φόρο στον Καίσαρα, η απάντηση του Ιησού ήταν αντι­προσωπευτική της στάσης των Φαρισαίων: “Δώστε στον Καίσαρα αυτό που ανήκει στον Καίσαρα και στον Θεό αυτό που ανήκει στον Θεό” (Μτ 22:21).

Εκτός από το νέο ρόλο του διδασκάλου (ραββίνου) και το θεσμό της συναγωγής, ο Ιησούς αποδεχόταν ακόμα ένα βασικό χαρακτηριστικό του Φαρισα­ϊσμού, την προφορική Τορά (προφορικό Νόμο)· ο όρος αυτός αναφέρεται σε ερμηνείες που έδιναν οι Φαρισαίοι σε πολλά εδάφια της γραπτής Τορά. Μέσα στα Ευαγγέλια βρίσκουμε τον Ιησού να δίνει ερμηνείες στις Γραφές που συχνά ήταν όμοιες ή ίδιες με εκείνες των Φαρισαίων.

Τελικά, η Καινή Διαθήκη μας παρέχει άφθονη μαρτυρία για το πόσο έντονα ο Ιησούς αγκάλιαζε την πρακτική της επικοινωνίας γύρω από το τραπέζι. Οι διηγήσεις που η Καινή Διαθήκη μας δίνει για τον Ιησού να συντρώγει με τους μαθητές του είναι για να τονιστεί η σπουδαιότητα αυτής της πρακτικής. Τελικά, ο Ιησούς διάλεξε αυτήν την κοινωνία των μαθητών γύρω από το τραπέζι για μία από τις πιο κρίσιμες στιγμές της διακονίας του, τον εορτασμό της πρώτης Ευχαριστίας (Μτ 26:26-30· Μρ 14:22-26·Λκ 22:14-20).

Η Καινή Διαθήκη και οι Φαρισαίοι

Οι αναγνώστες της Καινής Διαθήκης είναι εξοι­κειωμένοι με τα μέρη των Ευαγγελίων, ιδιαίτερα του Ματθαίου, που κάνουν τους Φαρισαίους να εμφανίζονται ως οι μεγαλύτεροι εχθροί του Ιησού, καθώς και αντί­θετους με τις διδασκαλίες και τις πρακτικές του. Πώς, λοιπόν, μπορούμε να δεχτούμε μία βασικά θετική διασύνδεση μεταξύ των διδασκαλιών του Ιησού και εκείνων των Φαρισαίων;

Κατ’ αρχή πρέπει να θυμηθούμε ότι η σχέση του Ιησού με τους Φαρισαίους δεν περιγράφεται πάντα ως εχθρική. Οι Φαρισαίοι προειδοποίησαν τον Ιησού για τον κίνδυνο που διέτρεχε η ζωή του (Λκ 13:31)· μερικοί Φαρισαίοι επαινέθηκαν από τον Ιησού (π.χ. ο γραμματέας στο Μρ 12:32)· και ο Ιησούς σε μερικές περιπτώσεις ήταν προσκεκλημένος τους σε τραπέζι (Λκ 7:36, 14:1).

Αλλά σίγουρα υπάρχει διαμάχη μεταξύ Ιησού και Φαρισαίων στα Ευαγγέλια. Το να κατανοήσουμε τις πηγές της μπορεί να μας βοηθήσει στο να θέσουμε τα πράγματα σε μία πιο θετική αντίληψη. Οι σύγχρονοι λόγιοι δίνουν τρεις δυνατές προσεγγίσεις.

Η πρώτη προσέγγιση βλέπει τον Ιησού και τη θεολογία του ως πολύ όμοια με εκείνη των Φαρισαίων. Η εχθρότητα που φαίνεται στα Ευαγγέλια, ωστόσο, είναι το αποτέλεσμα της ερμηνείας των πράξεων—όχι των διδασκαλιών—του Ιησού που έρχονταν σε αντίθεση με εκείνες των Φαρισαίων. Για παράδειγμα, ο Ιησούς θεραπεύει το Σάββατο ή οι μαθητές του μαζεύουν στάχυα το Σάββατο, πράξεις που απαγορεύονταν από τους Φαρισαίους.

Μία άλλη πιθανή εξήγηση της διαμάχης προέ­ρχεται από τη διευρυμένη κατανόηση που έχουμε σήμερα μέσω του Ταλμούδ, της συλλογής των διδασκαλιών των Φαρισαίων και των ραββίνων διαδόχων τους. Στο Ταλμούδ, βρίσκουμε ότι υπήρχαν επτά κατηγορίες Φαρισαίων. Αυτό μας δείχνει καθαρά ότι η κίνηση αυτή περιλάμβανε ένα μεγάλο εύρος διαφορετικών απόψεων, και, το πιο σημαν­τικό, ότι ήταν πολύ συχνό φαινόμενο οι εσωτερικές αντιπαραθέσεις και θεολογικές διαμάχες. Οι έντονες αντιπαραθέσεις του Ιησού με τους Φαρισαίους, κάτω από αυτά τα δεδομένα, καταλαβαίνουμε ότι δεν ήταν παρά κάτι συνηθισμένο μεταξύ διαφορετικών σχολών Φαρισαίων (όπως η περιβόητη διαμάχη μεταξύ των σχολών του Χιλλέλ και του Σαμαΐ, όπου βρέθηκαν αντίθετοι σε 365 σημεία)! Έτσι λοιπόν ο Ιησούς δεν καταδίκαζε γενικά όλους τους Φαρισαίους, και σε καμία περίπτωση δεν καταδίκαζε τη θεολογία τους.

Μία τρίτη προσέγγιση σύγχρονων θεολόγων θεωρεί ύποπτα τα κείμενα που δείχνουν πολύ έντονη καταδίκη των Φαρισαίων εκ μέρους του Ιησού. Σίγουρα ο Ιησούς δεν θα καταδίκαζε μία κίνηση με την οποία είχε τόσα κοινά. Η προσέγγιση αυτή πιστεύει ότι οι ιστορίες αυτές αντανακλούν την κατάσταση του τελευταίου μέρους του πρώτου αιώνα (μετά το 70) όταν γράφτηκαν τα Ευαγγέλια. Τότε η Χριστιανική κοινότητα—που είχε εκδιωχθεί από τη Συναγωγή—βρισκόταν σε ανταγωνισμό με τους Ιουδαίους ως προς το ποιος θα κερδίσει προσήλυτους από τα έθνη. Οι θεολόγοι αυτής της προσέγ­γισης θεωρούν πως οι Φαρισαίοι παρουσιάζονται με μελανά σημεία στην Καινή Διαθήκη ως αντανάκλα­ση αυτού του ανταγωνισμού. (Σ.Μ. Αυτή η προσέγγιση προέρχεται από θεολόγους πιο ορθολογιστές και φιλελεύθερους στη θεολογία τους, όχι από τους πιο συντηρητικούς).

Η αγάπη του Ιησού για τις Εβραϊκές Γραφές

Η Αγία Γραφή του Ιησού ήταν οι Εβραϊκές Γραφές, οι οποίες αποτελούνταν από το Νόμο και τους Προφήτες. Όχι μόνο διάβαζε τις Γραφές, αλλά τρεφόταν από αυτές. Η στάση του Ιησού απέναντι σε αυτά τα ιερά κείμενα συνοψίζεται από τη διαβεβαίωση του, “Μη νομίσετε ότι ήρθα για να κατα­λύσω το νόμο ή τους προφήτες. Ήρθα όχι για να καταλύσω αλλά για να εκπληρώσω” (Μτ 5:17).

Οι διδασκαλίες του Ιησού, οι προσδοκίες του, οι ελπίδες του, ήταν όλες ριζωμένες στις Εβραϊκές Γραφές. Τόσο βαθειά ριζωμένες σε αυτές τις Γραφές ήταν οι διδασκαλίες του, ώστε θα ήταν ακατανόητος χωρίς αυτές. Στο σύνολο τους οι διδασκαλίες του Ιησού ήταν είτε κατά γράμμα βιβλικές είτε φιλτρα­ρισμένες μέσα από τη Φαρισαϊκή χρήση της Βίβλου είτε και τα δύο μαζί.

Ο τρόπος που οι Φαρισαίοι και ο Ιησούς χρησιμο­ποιούσαν τις Εβραϊκές Γραφές είναι επίσης φανερός όταν ο Ιησούς, στα Ευαγγέλια, στήριζε τη θέση του χρησιμοποιώντας “αποδεικτικά εδάφια”, αναφέ­ροντας δηλ. κάποια εδάφια για να αποδείξει μία θέση ή να αντιπαρατεθεί σε μία κριτική (βλ. την Επί του Ορους Ομιλία, Μτ 5, 6 και 7). Ο Ιησούς, όπως τον παρουσιάζουν οι ευαγγελιστές, εφάρμοζε μία τεχνική που χρησιμοποιούσαν οι Φαρισαίοι.

Η χρήση “αποδεικτικών εδαφίων” που ο Ιησούς έκανε μερικές φορές κατά των Φαρισαίων — όπως όταν αμφισβήτησε ορισμένους ισχυρισμούς τους σχετικά με τις προφορικές παραδόσεις — και τους αποκάλεσε υποκριτές γιατί έδιναν μεγαλύτερη αξία στις διδασκαλίες των ανθρώπων παρά του Θεού (Μτ 23:1-36)· ή όταν χρησιμοποίησε εδάφια, για να αναι­ρέσει τις Φαρισαϊκές διδασκαλίες για το τρίψιμο των σταχυών το Σάββατο (Μτ 12:1-8) ή σχετικά με τα άπλυτα χέρια (Μτ 15:20).

Σε άλλες περιπτώσεις η τεχνική των “αποδεικτι­κών εδαφίων” έθετε τον Ιησού με το μέρος των Φαρισαίων. Ένα παράδειγμα αυτού είναι όταν σε μία εντυπωσιακή λογομαχία με τους Σαδδουκαίους χρησιμοποίησε τις Γραφές, για να υποστηρίξει την πίστη του — που συμφωνούσε με εκείνη των Φαρισαίων — στην ανά­σταση των νεκρών. Ο Ιησούς ήταν τόσο εντυπωσι­ακός ώστε κέρδισε την επιδοκιμασία των Φαρισαίων (Μτ 22:23-33).

Πιθανά το καλύτερο παράδειγμα που έχουμε για τη χρησιμοποίηση των Εβραϊκών Γραφών από τον Ιησού είναι η διδασκαλία του σχετικά με την αγάπη. Ένας από τους Φαρισαίους τον ρώτησε, “Διδάσκαλε, ποια εντολή του νόμου είναι μεγαλύτερη;” Και ο Ιησούς ανταποκρίθηκε αναφέροντας το Δευτερονόμιο 6:5, “θα αγαπάς τον Κύριο, τον Θεό σου, με όλη σου την καρδιά, και με όλη σου την ψυχή, και με όλη σου τη διάνοια. Αυτή είναι η πρώτη και μεγαλύτερη εντολή” (Μτ 22:36-39). Ο Ιησούς συνέχισε, αναφέροντας το Λευιτικό 19:18, “Και δεύτερη όμοια με αυτή, Θα αγαπάς τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου”. Με λίγα λόγια, ο Ιησούς έδινε αποδεικτικά εδάφια για την απάντησή του. Και στα δύο σημεία θα έβρισκε μεγάλη υποστήριξη από ραββίνους όπως ο Χιλλέλ, που επίσης χρησιμοποιούσαν τέτοιες ρήσεις.

Επίσης ένα σημαντικό χαρακτηριστικό στον τρόπο διδασκαλίας του Ιησού ήταν η χρήση υπερβολών, παρομοιώσεων και παραβολών, στοιχεία που συναντώνται μόνο στα Ευαγγέλια και στα ραββινικά γραπτά (Ταλμούδ και Μιντράς). Υπάρχουν πολλές παρόμοιες με εκείνες του Ιησού ραββινικές παραβολές, όπως για ένα βασιλιά που μίσθωσε εργάτες και οι οποίοι στο τέλος της εργασίας παραπονιούνται για την κατανομή των αμοιβών τους· για ένα βασιλιά που παραθέτει δείπνο και προσκαλεί καλεσμένους που δεν έρχονται· ένα βασιλιά που κάνει γάμο στο γιό του· έναν πατέρα που με αγάπη δέχεται τον παραστρατημένο γιό του που γυρνάει μετανοώντας· ανθρώπους που χάνουν νομίσματα, ή βρίσκουν θησαυρούς κ.α.

Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε πως ο τρόπος που ο Ιησούς χρησιμοποιούσε τις Εβραϊκές Γραφές και δίδασκε ήταν τελείως Εβραϊκός και ήταν όμοιος με εκείνον των συγχρόνων του, ιδιαίτερα των Φαρισαίων ραββίνων.

Εκτιμώντας τον Ιουδαϊσμό

Μέσα σ’ έναν κόσμο που έχει τόσο παρανοήσει τη θρησκεία του Ιουδαϊσμού, το να γνωρίζουμε και να εκτιμούμε τις ιουδαϊκές ρίζες του Ιησού έχει τουλάχιστον τέσσερα πλεονεκτήματα:

1) το να αναθεωρήσουμε την αρνητική κατανόηση σχετικά με τους Φαρισαίους

2) το να αποφύγουμε τον αντισημιτισμό

3) το να βελτιώσουμε το διάλογο μεταξύ Χριστιανών και Εβραίων, και

4) το να εκτιμήσουμε καλύτερα τις ρίζες της Χριστιανικής μας πίστης.

Τι θα σημαίνει το να γίνουμε φίλοι με τον Ιησού τον Ιουδαίο για την κοινωνία μας, την εκκλησία μας, τη δική μας ζωή; Θα νικήσει την άγνοια και τις διαστρεβλωμένες απόψεις σχετικά με τον Ιησού. Καθώς αρχίζουμε να κατανοούμε την Ιουδαϊκότητα του Ιησού, αυτό θα αποτελέσει μία πρόκληση στο να αναθεωρήσουμε τις καχυποψίες που πιθανά έχουμε για τους Εβραίους αδελφούς και αδελφές μας. Τελικά, το να γνωρίσουμε τον Ιησού τον Ιουδαίο, τον αρχηγό της πίστης μας, θα μας βοηθήσει καλύτερα και να καταλάβουμε τη δική μας πίστη και την πίστη των σύγχρονων Εβραίων, αλλά και πάνω απ’ όλα, να έρθουμε πιο κοντά στον Κύριό μας.

Ο Arthur Ε. Zannoni είναι συγγραφέας και σύμβουλος στους τομείς των Βιβλικών σπουδών και των Εβραιο-Χριστιανικών σχέσεων της Αμερικανικής Καθολικής Εκκλησίας. Είναι συνεκδότης, μαζί με τον Michael Shermis, του βιβλίου Introduction to Jewish-Christian Relations (Paulist Press) και συγγραφέας του The Old Testament: A Bibliography (Liturgical Press).

To άρθρο αυτό είναι αναδημοσίευση από το Catholic Update, του Νοεμβρίου 1993, (έκδοση St. Anthony Messenger Press, Cincinnati, OH). ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΤΡΙΤΣΗΣ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *