ΟΙ ΛΟΓΙΟΙ ΑΝΑΚΑΛΥΠΤΟΥΝ ΞΑΝΑ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟ

Η μακραίωνη θεολογική προκατάληψη απέναντι στις Ιουδαϊκές Γραφές (Παλαιά Διαθήκη) και στο Ιουδαϊκό πλαίσιο της Καινής Διαθήκης βρίσκεται στη διαδικασία της κατάρρευσης — από κάποιους οι οποίοι πρωτύτερα είχαν τέτοιες απόψεις. Ένας σημαντικός αριθμός από τους λόγιους του εκκλησιαστικού φάσματος παραδέχονται ότι οι εκκλησίες τους στο μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας τους ήταν λανθασμένες στη διδασκαλία τους σχετικά με τον Ιδρυτή του Χριστιανισμού, τον Ιησού Χριστό, και τους αποστόλους Του.

Αυτοί οι λόγιοι τώρα λένε ότι η Εκκλησία της Καινής Διαθήκης ήταν στην πραγματικότητα πολύ πιο Ιουδαϊκή από άποψη θεολογίας και πρακτικής απ’ ότι παραδοσιακά πίστευαν οι Χριστιανοί, και ότι ο Χριστιανισμός στο μεγαλύτερο μέρος του, με το πέρασμα των αιώνων, είχε καταληφθεί από ένα αντιΙουδαϊκό συναίσθημα. οι λόγιοι αυτοί φτάνουν να παραδεχτούν ότι, εξαιτίας τέτοιων τάσεων, οι χριστιανοί θεολόγοι κατασκεύασαν θεωρίες για να απορρίψουν πρακτικές της πρώτης Εκκλησίας που τις θεωρούσαν Ιουδαϊκές.

Γιατί οι εκκλησίες πλανήθηκαν σε τόσο θεμελιώδη πράγματα; H Ιουδαϊκότητα του πρώιμου Χριστιανισμού ήταν κάτι που οι πολλοί λόγιοι το απέφευγαν εξαιτίας μίας μακραίωνης παράδοσης που υπήρχε στο θεολογικό κόσμο. Στην καλύτερη περίπτωση μία αδιαφορία χαρακτήριζε τις απόψεις σχετικά με τη θεολογία της David Hulme Παλαιάς Διαθήκης. Τώρα αυτή η αλλαγή που επιτελείται προκαλεί μία βαθιά επανεξέταση των πιο θεμελιωδών διδασκαλιών του παραδοσιακού Χριστιανισμού σε σύγκριση με τον Χριστιανισμό που είναι αποτυπωμένος στη Βίβλο. οι επιπτώσεις αυτής της επανεξέτασης, αν γίνουν επαρκώς κατανοητές, θα είναι τεράστιες.

Σκεφθείτε την ακόλουθη δήλωση, από τον Robert J. Daly, καθηγητή θεολογίας και Ιησουίτη ιερέα: “Για να το εκφράσουμε απερίφραστα από Χριστιανική άποψη, το να είναι κάποιος ή κάτι αντιΙουδαϊκό ισοδυναμεί με το να είναι αντιΧριστιανικό” (Removing Anti-Judaism From the Pulpil, ed. Howard Kee and Irvin Borowsky, Continuum Publishing, New York, 1996, σ. 50, η έμφαση προστέθηκε, οι ακόλουθες παραθέσεις προέρχονται από αυτήν την εργασία). Η άποψη αυτή βασίζεται πάνω σε μερικά σημεία, ένα από τα οποία είναι ότι “Tο ιστορικό πλαίσιο δείχνει πόσο βαθιά Ιουδαϊκός – κάποιος θα μπορούσε να πει πόσο ουσιαστικά Ιουδαίος — ήταν o Ιησούς και οι πρώτοι Χριστιανοί” (σ. 53). Ο John T. Pawlikowski, καθηγητής στο Catholic Theological Union of Social Ethics, στο Σικάγο, λέει για την Παλαιά Διαθήκη: “Τώρα γίνεται ολοένα και πιο προφανές στους λόγιους της Βίβλου το γεγονός ότι η έλλειψη βαθιάς εμβάπτισης στο πνεύμα και το περιεχόμενο των Εβραϊκών Γραφών αφήνει τον σύγχρονο Χριστιανό με μία κουτσουρεμένη έκδοση του μηνύματος του Ιησού. Στην πραγματικότητα, αυτό που απομένει είναι μία ευνουχισμένη έκδοση της βιβλικής πνευματικότητας” (σ. 31).

Τί έμεινε έξω

Αλλά σίγουρα, κάποιος μπορεί να αναρωτηθεί, αυτοί που σπουδάζουν θεολογία δεν μαθαίνουν σε βάθος όλη τη Βίβλο; Οι λόγιοι απαντούν διαφορετικά. Στην πραγματικότητα, αποκαλύπτουν ότι πολλές σχολές δεν διδάσκουν παρά ελάχιστα για το μεγαλύτερο τμήμα της Βίβλου, την Παλαιά Διαθήκη. Παραδεχόμενοι τις αδυναμίες της επαγγελματικής του εκπαίδευσης, o Πρεσβυτεριανός κληρικός David Read λέει, “Θυμάμαι που την πρώτη μου εποχή ως κήρυκας αναγκάστηκα να επανεξετάσω την υπόθεση ότι το ευαγγέλιο της χάρης της Καινής Διαθήκης έχει αντικαταστήσει το Νόμο και έχει γίνει το κέντρο μίας ζωντανής θρησκείας και ότι υποτίθεται πως έχει καταστήσει άχρηστο το μεγαλύτερο μέρος της Παλαιάς Διαθήκης” (σ. 66).

Ρωτάει: “Μήπως ενθάρρυνα ορισμένες λανθασμένες υποθέσεις και παρερμηνείες που αποτελούσαν μέρος της διαλεκτικής σε πάρα πολλές Διαμαρτυρόμενες εκκλησίες; Υπάρχει, για παράδειγμα, η απλουστευμένη εικόνα του Ιουδαϊσμού των σύγχρονων του Ιησού ως μίας θρησκείας σκληρού νομικισμού που εξουσιαζόταν από ένα νόμο του οποίου οι κανόνες διαρκώς επεκτείνονταν και επιβάλλονταν άσπλαχνα στο λαό από ένα είδος υπερκληρικών γνωστών ως Φαρισαίων” (σσ. 64-65), Είναι λυπηρό ότι τέτοιες παρανοήσεις αφθονούν ακόμα και σήμερα μεταξύ των Χριστιανών.

Τέτοιες δηλώσεις και άλλες σαν κι αυτές προέρχονται από μία βαθιά αναγνώριση ότι η προκατάληψη απέναντι στη θρησκεία των Εβραίων της Παλαιάς Διαθήκης μαστίζει τον παραδοσιακό Χριστιανισμό σχεδόν από τη γέννησή του, με αντιΙουδαίους δασκάλους όπως ο γνωστικός Μαρκίων. Ο Μαρκίων, που είχε μεγάλη επιρροή στις πρώτες δεκαετίες του 2ου αιώνα, παρερμήνευσε τον Θεό όπως περιγράφεται στην Παλαιά Διαθήκη ως αντίθετο με τον Θεό της Καινής Διαθήκης. Μέσα στον παραπλανημένο ζήλο του, πείστηκε ότι η Εκκλησία κάνει λάθος στο είχε να ευθυγραμμιστεί με τη θρησκεία, τις πρακτικές και τις Γραφές των Ιουδαίων.

Αν και οι εκκλησιαστικοί ηγέτες αργότερα αποκήρυξαν τον Μαρκίωνα και τις διδασκαλίες του και επιβεβαίωσαν την εγκυρότητα των Εβραϊκών Γραφών, οι πλάνες του Μαρκίωνα, με το πέρασμα των αιώνων, έσπειραν δηλητηριώδη σπέρματα μέσα στην Εκκλησία: πρώτα της Ιουδαιοφοβίας, και μετά, όπως γίναμε μάρτυρες στην εποχή μας, του αντισημιτισμού.

Τα σπέρματα της σημερινής αλλαγής

Η σημερινή πιο ανοιχτή στάση, η οποία σύμφωνα με τον Pawlikowski άρχισε εδώ και τριάντα χρόνια, έχει φέρει καρπούς όπως: “Την αφαίρεση από τα παραδοσιακά εκπαιδευτικά Χριστιανικά κείμενα της κατηγορίας ότι οι Εβραίοι συλλογικά ήταν υπεύθυνοι για τη θανάτωση του Ιησού, ότι οι Φαρισαίοι ήταν άψυχοι πνευματικά και ότι αποτελούσαν τους μεγάλους αντίπαλους του Ιησού, ότι ο λαός του Ισραήλ αντικαταστάθηκε από τους Χριστιανούς στη διαθήκη τους με τον Θεό λόγω του ότι αρνήθηκαν να δεχτούν τον Ιησού ως Μεσσία, ότι η ‘Παλαιά Διαθήκη’ ήταν τελείως κατώτερη από την Καινή, και ότι η Ιουδαϊκή πίστη ήταν θεμελιωμένη στο νομικισμό ενώ η Χριστιανική στη χάρη. Αυτή η φάση έχει ουσιαστικά ολοκληρωθεί για τις περισσότερες από τις παραδοσιακές εκκλησίες” (σσ. 29- 30).

Ο Pawlikowski επίσης παρατηρεί, “Η ολοκληρωτική αντίθεση στην Τορά την οποία οι θεολόγοι, ιδιαίτερα στις Διαμαρτυρόμενες εκκλησίες, συχνά έκαναν βάση για τη θεολογική αντιπαράθεση μεταξύ Χριστιανισμού Ιουδαϊσμού (ελευθερία /χάρη και εναντίον Νόμου). Τώρα φαίνεται ότι στηρίζεται σε λιγότερο σταθερό έδαφος” (σ. 32). Ο κύριος υπεύθυνος στην εποχή μας γι’ αυτό το υποθετικά στερεό έδαφος της αντίθεσης προς την Τορά — όρος που σημαίνει “διδασκαλία’ ή “καθοδήγηση” και συνήθως δηλώνει την Πεντάτευχο — ήταν o Γερμανός θεολόγος R. Bultmann. Στο μεγαλύτερο μέρος του αιώνα μας οι Ιδέες του και οι Ιδέες των μαθητών του, που αποσπούσαν τον Ιησού από το Ιουδαϊκό του περιβάλλον, κυριαρχούσαν στο θεολογικό κόσμο. Τώρα, λέει ο Pawlikowski, ο Bultmann και ο “τεχνητός ασφυκτικός κλοιός” που αυτός “και οι μαθητές του επέβαλλαν πάνω στην ερμηνευτική της Καινής Διαθήκης για αρκετές δεκαετίες” (σ. 31) κλονίζεται.

Ποιές είναι οι συνέπειες όλων αυτών για τη Χριστιανική πίστη, κατανόηση και πρακτική; Πού θα μπορούσαν να οδηγήσουν αυτές οι νέες θεωρήσεις όσον αφορά τις καθημερινές πρακτικές των Χριστιανών που πραγματικά θέλουν να γνωρίσουν πως ζούσε o Χριστός και η πρώτη Εκκλησία; Τα Ευαγγέλια και οι Πράξεις των Αποστόλων αποκαλύπτουν τον Ιησού και μία ομάδα ανδρών και γυναικών σταθερά εδραιωμένων μέσα στις πρακτικές μίας αρχαίας θρησκευτικής παράδοσης, του Ιουδαϊσμού. Στην παρουσίαση της πρακτικής της πρώτης Εκκλησίας στον σημερινό Χριστιανισμό, θα ήταν, κατά συνέπεια, λογικό να αρχίσουμε με αυτήν την κατευθείαν πρόταση: οι πρώτοι μαθητές του Ιησού έκαναν ότι και Αυτός έκανε. Εκείνος ήταν, στο κάτω-κάτω, ο θεϊκός Κύριός τους και Ηγέτης τους. Η πρακτική τους δεν θα απόκλινε από τη δική Του αν δεν είχαν μία διαφορετική άμεση αποκάλυψη από Εκείνον.

Ο Frederick Holmgren, ερευνητής καθηγητής της Παλαιάς Διαθήκης σε μία σχολή του Σικάγο, γράφει: “Ο Ιησούς αγκάλιαζε την Τορά του Μωυσή, δεν ήρθε για να την καταλύσει αλλά να την εκπληρώσει (Ματθ. 5:17) — να προωθήσει τις διδασκαλίες της Τορά. Επιπλέον, σε όσους έρχονταν σ’ αυτόν ζητώντας αιώνια ζωή, σύστηνε [την Τορά] ως τη βασική διδασκαλία που έπρεπε να τηρούν (Λουκ. 10:25- 28). Παρά τη διαμάχη του Ιησού με ορισμένους ερμηνευτές των ημερών του, και οι Εβραίοι και οι Χριστιανοί λόγιοι τον βλέπουν ως κάποιον που τιμούσε και ακολουθούσε το Νόμο. Όταν o Ιησούς διακηρύττει την ερχόμενη διακυβέρνηση του Θεού, δεν μιλάει πουθενά με λεπτομέρειες για τον εσωτερικό χαρακτήρα αυτής της διακυβέρνησης. Δεν χρειάζεται να κάνει κάτι τέτοιο επειδή αυτός έχει ήδη περιγραφεί στην Παλαιά Διαθήκη” (σ. 72). H Ρωμαιοκαθολική έρευνα για τον αντιΙουδαϊσμό έχει παράγει ένα πλούτο σχολιαστηρίων. Τα ακόλουθα αποσπάσματα από επίσημες δηλώσεις του Βατικανού είναι σημαντικά γιατί δείχνουν την επανεκτίμηση του Χριστού και του Νόμου: “H δυναμική πραγματικότητα που είναι o Ιουδαϊκός Νόμος δεν θα πρέπει ποτέ να παρουσιάζεται ως ‘απολιθωμένη’ ή να υποβαθμίζεται σε ‘νομικισμό’ (σ. 66)” — Εξαλείφοντας τον ΑντιΙουδαϊσμό Από τον Άμβωνα, σ. 88, υποσ., από το βιβλίο Within Context: the Catechetical Guidelines for Presentalion of Jew and Judaism in the New Testament (1986). H ίδια υποσημείωση παραπέμπει και σε μία άλλη δήλωση: “H Παλαιά Διαθήκη, και η Εβραϊκή παράδοση που είναι θεμελιωμένη πάνω σ’ αυτήν, δεν θα πρέπει να αντιπαραβάλλεται με την Καινή Διαθήκη με τέτοιο τρόπο ώστε η πρώτη να φαίνεται ότι αποτελεί μία θρησκεία μόνο δικαιοσύνης, φόβου, και νομικισμού, χωρίς καμία έκκληση για αγάπη προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο (συγκρ. Δευτερ. 6:5, Λευιτ. 19:18, Ματθ. 22:34-40) ” -από το Guidelines and Suggestions for Implemenling the Conciliar Declaration Nostra Aetate (4), December 1 , 1974.

Σε μία άλλη εκπληκτική δήλωση, o Robert Daly γράφει: “H διδασκαλία ότι η Διαθήκη του Θεού με το λαό Ισραήλ έχει καταργηθεί και αχρηστευτεί από την Καινή Διαθήκη με τον Ιησού Χριστό, δεν είναι πλέον, τουλάχιστον στη Ρωμαιοκαθολική και παρόμοιες παραδόσεις, μία αποδεκτή Χριστιανική θέση” (Removing Anti-Judaism, σ. 52).

Ο Απόστολος Παύλος

Θα πρέπει επίσης να εξετάσουμε τον Απόστολο Παύλο και αν οι διδασκαλίες του και το παράδειγμά του ήταν σε αντίθεση με του Χριστού, όπως επέμενε o Bultmann και άλλοι θεολόγοι. Μία νέα προθυμία φαίνεται να υπάρχει ανάμεσα στους λόγιους στο να παραδεχτούν ότι ο χαρακτηρισμός του Παύλου ως επαναστάτη κατά του Νόμου είναι βαθιά ελαττωματικός.

Στο βιβλίο του ΡαuΙ and the Jewish Law, o λόγιος Peter Tomson της Ολλανδικής Μεταρρυθμισμένης Εκκλησίας, προσδιορίζει τρεις συνήθεις αλλά εσφαλμένες απόψεις/υποθέσεις σχετικά με τον Απόστολο προς τους εθνικούς. Η πρώτη λανθασμένη υπόθεση είναι ότι το κέντρο της σκέψης του Παύλου είναι η επίθεση κατά των Ιουδαϊκών πρακτικών της εποχής του. Η δεύτερη υπόθεση είναι ότι ο νόμος που αποκαλύφθηκε μέσω του Μωυσή δεν είχε πλέον καμία πρακτική έννοια για την καθημερινή ζωή του Παύλου. H τρίτη υπόθεση είναι ότι για να κατανοήσουμε τον Παύλο δεν πρέπει να συμβουλευόμαστε την Ιουδαϊκή φιλολογία, αλλά μόνο την Ελληνική.

O Tomson εξηγεί ότι η πρώτη υπόθεση δεν υπάρχει πουθενά στη Χριστιανική θεολογία πριν την εμφάνιση της Διαμαρτυρόμενης Μεταρρύθμισης. Έτσι για σχεδόν 1.500 χρόνια δεν βρίσκουμε μαρτυρία για το ότι τα γραπτά του Παύλου θεωρούνταν επίθεση στο Νόμο. Για την Α’ Κορινθίους επιστολή, για παράδειγμα, ο Tomson λέει ότι “δεν είναι μόνο αξιοσημείωτη μεταξύ των επιστολών του Παύλου για το ‘νομικό’ και Ίουδαϊκό’ χαρακτήρα της, αλλά επίσης φαίνεται να αντανακλά πάρα πολύ την ίδια τη σκέψη του Παύλου και μ’ αυτόν τον τρόπο αναγνωριζόταν [αυτή η επιστολή] στην πρώτη Εκκλησία” (σ. 69). Παρακάτω o Tomson λέει ότι αυτή η επιστολή είναι “ένα γράμμα γεμάτο με πρακτικές οδηγίες … Ο Νόμος επιβεβαιώνεται ως μία έγκυρη πηγή πρακτικής διδασκαλίας” (σ. 73).

Ο David Wenham, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, στο βιβλίο του για τη σχέση μεταξύ Ιησού και Παύλου (Paul: Follower of Jesus, or Founder of Chrislianity?), αποκαλύπτει έναν Παύλο σε αρμονία με τον Κύριό του. Ένας από τους κριτικούς του βιβλίου λέει ότι μία από τις πολύ σημαντικές συμβολές του είναι στο να αποκαλύψει ότι “η σφήνα που συχνά παρεμβάλλεται μεταξύ Ιησού και Παύλου είναι εφεύρημα της θεολογικής φαντασίας.” Ο Wenham επιβεβαιώνει την άποψη που ο ίδιος o Παύλος είχε για τον εαυτό του: “Ο Παύλος θεωρούσε τον εαυτό του δούλο του Ιησού Χριστού, όχι ιδρυτή του Χριστιανισμού. Σωστά έβλεπε τον εαυτό του μ’ αυτόν τον τρόπο. Η σπουδαιότητα αυτού του συμπεράσματος είναι μεγάλη. Παίζει ρόλο στην κατανόησή μας των παραδόσεων των Ευαγγελίων, στην κατανόησή μας του πρώιμου Χριστιανισμού, και στην κατανόησή μας του ίδιου του Παύλου. Αν το κύριο κείμενο που o Παύλος αναπτύσσει στις επιστολές του είναι το κείμενο του Ιησού, τότε αντί να διαβάζουμε τις επιστολές του Παύλου ξεχωριστά από τα Ευαγγέλια, θα είναι σημαντικό να τις διαβάζουμε κάτω από το φως των Ευαγγελίων — όχι με μία απλουστευτική εναρμόνιση, αλλά αναγνωρίζοντας ότι ο Παύλος πάνω απ’ όλα παρακινούνταν από μία επιθυμία να ακολουθήσει τον Ιησού” (σ. 410).

Λόγια με νόημα

Οι λόγιοι εκείνοι που διορθώνουν τις λανθασμένες απόψεις τους οι οποίες διαιωνίζονταν από τις εκκλησίες τους αξίζουν του επαίνου μας. Καθώς ξεκαθαρίζουν τις παρανοήσεις τους σχετικά με τον Ιουδαϊσμό, την Ιουδαϊκότητα του Χριστιανισμού και τη θρησκεία της Παλαιάς Διαθήκης, αρχίζουν να βλέπουν ολόκληρη τη Βίβλο με ένα νέο φως. Μέσω των προσπαθειών αυτών των ανθρώπων, μερικοί ίσως φτάσουν σ’ ένα σημαντικό σημείο καμπής στη θεολογική κατανόηση: το ότι οι Γραφές της Παλαιάς Διαθήκης και τα Αποστολικά κείμενα της Καινής, δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, αλλά μάλλον αλληλοσυμπληρώνονται.

Αν γίνουν αποδεκτές οι αποδείξεις και οι αιτίες για τις αντιΙουδαϊκές τάσεις, και εξαχθούν τα λογικά συμπεράσματα και πρακτικά μαθήματα, τότε η κατανόηση των Γραφών από μέρους των απλών Χριστιανών, θα μπορούσε να αλλάξει δραματικά. Θα γινόταν, ωστόσο, η “πίστη η οποία μία φορά παραδόθηκε στους αγίους“, για την οποία ο Απόστολος Ιούδας μας προτρέπει τόσο ένθερμα να αγωνιστούμε; Αυτή είναι η πίστη που o Ιησούς Χριστός και η πρώτη Εκκλησία εξασκούσε, αυτός είναι o Χριστιανισμός που απλά υπάρχει μέσα στη Βίβλο. ΓΙ’ αυτό και τελικά μπορούμε να γνωρίσουμε από την ίδια τη Βίβλο ποια είναι η “πίστη που για μια φορά παραδόθηκε στους αγίους“, άσχετα από την κατεύθυνση που παίρνουν κάποιοι θεολόγοι ή κάποιες εκκλησιαστικές ομολογίες.

DAVID HULME

Μετάφραση κατόπιν αδείας από το Περιοδικό ‘The Good News – Νοε/Δεκ 1997

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *