Η ΕΞΕΛΙΚΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΗΣ κατα την

Η βασική αξίωση της εξελικτικής θεωρίας και συγκεκριμένα του Νεοδαρβινισμού, είναι πως ολόκληρο το φάσμα της ζωής και η πολυπλοκότητα των ζώντων οργανισμών μπορούν να εξηγηθούν με διαδικασίες καθαρά μηχανιστικές (μέσω φυσικής επιλογής και μεταλλάξεων) στερούμενες σχεδίου και σκοπού. Ο Richard Dawkins στο βιβλίο του με τίτλο «Ο τυφλός ωρολογοποιός» κάνει την εξής δήλωση: «Η βιολογία είναι η μελέτη των πολύπλοκων πραγμάτων που δίνουν την εντύπωση ότι σχεδιάστηκαν για κάποιο σκοπό»(Dawkins, 1986, σελ. 27-28).

 Σε ένα σύντομο άρθρο είναι αδύνατον βεβαίως να αναπτύξουμε πλήρως αυτό το θέμα δίχως τον κίνδυνο να κάνουμε υπεραπλουστεύσεις, ωστόσο θα θίξουμε εν συντομία ορισμένες παρανοήσεις γύρω από την εξέλιξη, οι οποίες σπάνια γίνονται γνωστές στο ευρύτερο κοινό.

Α. Ο ΟΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΞΕΛΙΞΗΣ

 Συχνά οι Νεοδαρβινιστές δηλώνουν ότι η εξέλιξη δεν είναι απλά μια θεωρία, αλλά ένα αδιαμφισβήτητο γεγονός. Ο Richard Dawkins σε ένα άρθρο του στους “NEW YORK TIMES” το 1989 δήλωσε τα παρακάτω: «Είναι απολύτως ασφαλές να πούμε, πως αν συναντήσουμε κάποιον που αρνείται την εξέλιξη, τότε αυτός ή θα είναι ασυγχώρητα αμαθής ή το χειρότερο παρανοϊκός». Είναι προφανές πως η παραπάνω δήλωση φανερώνει την προσωπική κοσμοθεωρία του Dawkins και ελάχιστα διαφωτίζει έναν άνθρωπο που ζητά μια αντικειμενική ενημέρωση γύρω από την εξέλιξη. Συνεπώς ή θα έπρεπε να πιστέψει κάποιος στην εξέλιξη ή θα πρέπει να νοσηλευτεί σε ψυχιατρείο, αλλά τι ακριβώς είναι αυτό το οποίο μας ζητούν να πιστέψουμε;

 Ο όρος «εξέλιξη» μπορεί να οτιδήποτε, από την άνευ διαφωνίας διαπίστωση ότι κάποια βακτηρίδια αναπτύσσουν αντίσταση στα αντιβιοτικά, μέχρι τη μεταφυσική δήλωση πως ο βιόκοσμος εξελίχθηκε αποκλειστικά μέσω μηχανιστικών διεργασιών αυτοσκοπού. Ένας όρος τόσο ελαστικός περισσότερο προκαλεί σύγχυση, παρά διαφωτίζει.

 Ο όρος «εξέλιξη» χρησιμοποιείται κατά τρεις διαφορετικούς τρόπους:

1. Αλλαγές στην πάροδο του χρόνου.

 Όταν η λέξη χρησιμοποιείται με την παραπάνω έννοια, τότε είναι δύσκολο να διαφωνήσει κάποιος. Το αρχείο των απολιθωμάτων για παράδειγμα, μας αποκαλύπτει πως διαφορετικοί οργανισμοί και οικοσυστήματα έζησαν σε διαφορετικές γεωλογικές εποχές. Επίσης είναι αναντίρρητο πως παρατηρείται μια διαφοροποίηση μέσα σε φυσικά όρια (μικροεξέλιξη).

2. Κοινή καταγωγή των οργανισμών.

 Η δεύτερη έννοια υποδηλοί πως άλλοι οργανισμοί συσχετίζονται εξαιτίας κοινών ζωϊκών προγόνων. Σύμφωνα με τον Δαρβίνο (και με τον Dawkins!) παρομοιάζονται σαν ένα συνεχές γενεαλογικό δέντρο το οποίο διακλαδίζεται στο χρόνο παράγοντας συνεχώς καινούργιες μορφές. 

 Αρκετοί βιολόγοι (όχι όμως όλοι!) δέχονται πως η εξέλιξη με την παραπάνω έννοια είναι γεγονός, όπως είναι γεγονός η ύπαρξη της βαρύτητας. Όμως αυτή η αναλογία είναι εσφαλμένη. Η ύπαρξη της βαρύτητας μπορεί να επιβεβαιωθεί πειραματικά αν ρίξει κάποιος ένα μολύβι στο πάτωμα. Η υποτιθέμενη όμως κοινή καταγωγή όλων των ειδών δεν επιβεβαιώνεται μέσω της παρατήρησης. Μπορούμε να κάνουμε μόνο υποθέσεις χρησιμοποιώντας περιστασιακές ενδείξεις από τη βιογεωγραφία, τη συγκριτική ανατομία, την παλαιοντολογία και πιο πρόσφατα, από τις ανακαλύψεις της μοριακής βιολογίας. Όμως μια τέτοια προσέγγιση μας αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο και για εναλλακτικές ερμηνείες διαφορετικές από το Νεοδαρβινισμό.

 Για παράδειγμα, οι ομοιότητες των οργανισμών μπορούν να ερμηνευτούν κάλλιστα με την παραδοχή της ύπαρξης ενός κοινού νοήμονος Σχεδιαστή. Ο Elliot Sober, φιλόσοφος της βιολογίας εύλογα τονίζει ότι πάντοτε υπάρχει ένας αριθμός από εναλλακτικές αντιλήψεις που ερμηνεύουν τα ίδια δεδομένα.

3. Ο μηχανισμός της βιολογικής αλλαγής.

Η τρίτη έννοια αφορά τον μηχανισμό μέσω του οποίου έλαβε χώρα η εμφάνιση των ειδών. Εδώ ο όρος «εξέλιξη» αναφέρεται στις τυχαίες μεταλλάξεις και στη φυσική επιλογή (Νεοδαρβινισμός). Σύμφωνα με τον Richard Dawkins (ξανά!) οι οργανισμοί δίνουν την εντύπωση σχεδιασμού, ωστόσο αυτός παρήχθη αποκλειστικά μέσω μηχανιστικών διαδικασιών. Στο βιβλίο του «Ο τυφλός ωρολογοποιός» λέει τα εξής:

«Παρ’ όλες τις ενδείξεις για το αντίθετο, ο μοναδικός ωρολογοποιός στη φύση είναι οι τυφλές δυνάμεις της φυσικής, οι οποίες όμως λειτουργούν με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο. Ένας ωρολογοποιός, έχει προνοητικότητα: σχεδιάζει τα γρανάζια και τα ελατήρια και οργανώνει τις συνδέσεις τους έχοντας έναν τελικό σκοπό κατά νου. Η φυσική επιλογή…δεν έχει κανένα σκοπό κατά νου. Δεν έχει καν νου. Δεν σχεδιάζει για το μέλλον» (Richard Dawkins 1986, σελ.34).

 Έχουν όμως έτσι τα πράγματα; Η αλήθεια είναι πως οι Νεοδαρβινιστές δεν μπόρεσαν να αποδείξουν μέσω του πειράματος και της εμπειρίας πως φυσικές διαδικασίες μπορούν να δημιουργήσουν τις πολύπλοκες δομές που χαρακτηρίζουν τους ζωντανούς οργανισμούς. Ένας αυξανόμενος αριθμός ερευνητών αμφισβητεί πλέον την ικανότητα της φυσικής επιλογής να δημιουργεί νέα όργανα, όπως μάτια και πόδια. Οι βιολόγοι Mae Wan και Peter Saunders σχολιάζουν:

«Μέχρι προ λίγων ετών η Νέο-Δαρβινική θεωρία της εξέλιξης δέσποζε στις βιολογικές επιστήμες ως η βάση για την κατανόηση του οργανικού κόσμου…Σήμερα όμως η εικόνα έχει αλλάξει τελείως. Ολοένα και περισσότεροι δείχνουν απογοητευμένοι με τη ‘συνθετική’ θεωρία. Άλλοι απευθύνουν κριτική στις φιλοσοφικές της βάσεις…Κάποιοι άλλοι στρέφουν τις εργασίες τους στις ευάλωτες πτυχές του Νέο-Δαρβινισμού, όπως το πρόβλημα με τα κενά στο αρχείο των απολιθωμάτων».

 Ο Michael Denton, μοριακός βιολόγος και εξελικτικός, στο βιβλίο του EVOLUTION: A THEORY IN CRISIS δηλώνει τα εξής:

«Η αλήθεια είναι πως παρά το κύρος της εξελικτικής θεωρίας και τις τρομερές διανοητικές προσπάθειες να υπαγάγουμε το βιόκοσμο στους περιορισμούς της Δαρβινικής σκέψης, η φύση αρνείται να συνεργαστεί. Σε τελική ανάλυση, πολύ λίγα γνωρίζουμε για τον τρόπο με τον οποίο εμφανίζονται νέες μορφές ζωής. Το ‘μυστήριο των μυστηρίων’ –η προέλευση των νέων ειδών στη γη- είναι τόσο αινιγματικό όσο ήταν στις μέρες του Δαρβίνου» (Denton 1986, σελ.358-359). Και σε ένα άλλο σημείο του βιβλίου του, γράφει: «Η επικρατούσα υπεροχή του μύθου της εξέλιξης δημιούργησε μια ψευδαίσθηση ότι η θεωρία της εξέλιξης αποδείχθηκε εκατό χρόνια πριν και πως η μεταγενέστερη βιολογική έρευνα –στην παλαιοντολογία, στη ζωολογία και στα πεδία της γενετικής και της μοριακής βιολογίας- μας προμήθευσε με δεδομένα υπέρ των Δαρβινικών ιδεών. Τίποτα δεν είναι πιο μακριά από την αλήθεια. Το γεγονός είναι πως τα δεδομένα ήταν τόσο ελλιπή, ώστε και ο ίδιος ο Δαρβίνος έτρεφε αυξανόμενες αμφιβολίες ως προς την εγκυρότητα των απόψεών του, και η μόνη πτυχή της θεωρίας του που μπορούσε να υποστηριχθεί ήταν αυτή των μικροεξελικτικών μεταβολών» (Denton 1986, σελ.77).

 

Β. Η ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

 Πως προέκυψε η ζωή; Μια από τις βασικές θέσεις του Νεοδαρβινισμού, είναι η αξίωση πως μπορεί να δώσει μια πλήρη εξήγηση σχετικά με το πώς προέκυψε η πρώτη μορφή ζωής με καθαρά μηχανιστικές διαδικασίες, χωρίς την παρέμβαση ενός νοήμονα Δημιουργού.

 Τη σκέψη για την άβια προέλευση της ζωής, τη συναντάμε για πρώτη φορά στα γραπτά των προ-Σωκρατικών φιλοσόφων. Γράφει ο Denton: «Η πλειονότητα των προ-Σωκρατικών συνηγορούσαν υπέρ της υλιστικής ερμηνείας της φύσεως. Γι’ αυτούς η ζωή ήταν ένα φυσικό φαινόμενο, το αποτέλεσμα μια διαδικασίας όχι λιγότερο φυσικής απ’ όσο η διαδικασία σχηματισμού των βράχων ή των ποταμών. Σύμφωνα με τον Αναξίμανδρο από τη Μίλητο (550 μ.Χ.) η ζωή γεννήθηκε με φυσικές διαδικασίες από τον πηλό της θάλασσας, μια ιδέα που μας θυμίζει τις σύγχρονες ιδέες περί προβιωτικής σούπας…Τα πρωτόγονα θαλάσσια πλάσματα τα οποία προέκυψαν από τον πηλό, είχαν ένα περίβλημα το οποίο και απέβαλαν καθώς εξελίχθηκαν σε μορφές της στεριάς» (Denton 1986, σελ.38-39). Λίγο πιο κάτω σχολιάζει: «Η προ-Σωκρατική αντίληψη της ζωής έφθασε στο ζενίθ με τις φιλοσοφίες των αποκαλούμενων Ατομικών φιλοσόφων, όπως ο Δημόκριτος και ο Επίκουρος. Ήδη απ’ τον 5ο π.Χ. αιώνα, οι θεοί κρίθηκαν μη αναγκαίοι και οι δύο βασικές αντιλήψεις που χαρακτηρίζουν τη σύγχρονη εξελικτική σκέψη, είχαν ήδη διατυπωθεί ολοκάθαρα: Πρώτον, η ιδέα του αδιάσπαστου της φύσεως, σύμφωνα με την οποία το ζωικό βασίλειο αποτελούνταν από μια εξελισσόμενη ακολουθία μορφών, οι οποίες και συσχετίζονταν με κοινή καταγωγή από ένα πρωτόγονο προγεννήτορα, και δεύτερον, η ιδέα της επιλογής τυχαίων αλλαγών ως τη διαδικασία που ευθύνονταν για τη δημιουργία και την προσαρμογή τους» (Denton 1986, σελ.39).

   Το 1920 ο Ρώσος βιοχημικός Αλεξάντρ Οπάριν, πρότεινε την άποψη πως η ζωή προέκυψε με χημικές αντιδράσεις στους πρωτόγονους ωκεανούς. Σύμφωνα με τη θεωρία του, η ατμόσφαιρα της πρώιμης γης ήταν διαφορετική από τη σημερινή. Πηγές ενέργειας όπως η θερμότητα από τα ηφαίστεια, ή αστραπές, έδρασαν επάνω σε ενώσεις άνθρακα, μετατρέποντάς τον σε πιο πολύπλοκες μορφές κολλοειδούς υφής. Επίσης το 1928 η ιδέα διαδόθηκε εκτενέστερα από τον Άγγλο βιοχημικό J.B.S.Hardane. Ο Hardane πίστευε πως υπεριώδες φως από τον ήλιο, προκάλεσε τη μεταμόρφωση απλών αερίων (διοξείδιο του άνθρακα, μεθάνιο, υδρατμοί και αμμωνία) σε οργανικά στοιχεία μετατρέποντας τους ωκεανούς σε μια ζεστή προβιωτική σούπα.

   Ο Dean Overman στο βιβλίο του A CASE AGAINST ACCIDENT AND SELF-ORGANIZATION περιγράφει τη διαδικασία ως εξής: «Αυτά τα στοιχεία ξεπλύθηκαν από τη βροχή στους ζεστούς ακόμη ωκεανούς όπου και υπέστησαν εκκενώσεις από την υπεριώδη ακτινοβολία, τις αστραπές και τη θερμότητα. Αυτές οι εκκενώσεις ανάγκασαν τα στοιχεία να σχηματίζουν χημικούς δεσμούς με διαλυμένα μεταλλικά στοιχεία παράγοντας αμινοξέα και σάκχαρα. Αυτά τα αμινοξέα συνδυάστηκαν για να σχηματίσουν πεπτίδια δύο ή περισσότερων αμινοξέων τα οποία ενώνονταν με πεπτιδικούς δεσμούς (που σχηματίστηκαν μέσω αντιδράσεων από διάφορα καρβοξύλια). Τα πεπτίδια σχημάτισαν πολυπεπτίδια και πρωτεΐνες. Αυτά τα οργανικά μόρια έγιναν περισσότερο πολύπλοκα και σχημάτισαν συμπλέγματα μορίων με ικανότητα ετεροτροφισμού (ένας τύπος διατροφής στον οποίο η ενέργεια προκύπτει από πρόσληψη οργανικών ουσιών) σε αντίθεση με τον αυτοτροφισμό στον οποίο οι οργανισμοί συνθέτουν οργανικά στοιχεία από ανόργανες ουσίες. Αυτά τα ετερότροφα αυξήθηκαν σε πολυπλοκότητα και αναπτύχθηκαν νουκλεϊκά οξέα τα οποία τους έδωσαν την ικανότητα αναπαραγωγής. Επίσης είχαν μια μορφή αναερόβιας αναπνοής η οποία μετέτρεπε τα προϊόντα της γλυκόλυσης σε εθανόλη και διοξείδιο του άνθρακα. Κάποια από αυτά ανάπτυξαν μια μέθοδο χρήσης του διοξειδίου του άνθρακα για να συνθέσουν οργανικά υλικά και έγιναν αυτότροφα» (OVERMAN 1977, σελ.39).

   Το 1952 οι Harold Urey και Stanley Miller προσπάθησαν να αναπαράγουν στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου την παραπάνω υπόθεση του Oparin μέσω ενός πειράματος το οποίο υποτίθεται ότι αναπαριστούσε την πρώτη εκείνη ατμόσφαιρα. Σε ένα δοκιμαστικό σωλήνα τοποθέτησαν τα αέρια που πρότεινε ο Oparin στο σενάριό του (υδρογόνο, αμμωνία, διοξείδιο του άνθρακα και μεθάνιο) και τα οποία υπέβαλλαν σε διάφορες μορφές ενέργειας, όπως το υπεριώδες φως (αναπαριστώντας το ηλιακό φως της πρώιμης γης) και σε ηλεκτρικούς σπινθηρισμούς μέσω ηλεκτροδίων (για να αναπαριστούν την ενέργεια από τους κεραυνούς). Λίγες εβδομάδες αργότερα παρατήρησαν μέσα στο διάλυμα πως προέκυψαν κάποια από τα αμινοξέα που βρίσκουμε σήμερα στις πρωτεΐνες (όπως γλυκίνη, αλανίνη, ασπαρτικό και γλουταμινικό οξύ), καθώς και μη βιολογικά αμινοξέα και ουρία. Μπορεί κανείς να φανταστεί τον ενθουσιασμό που προκάλεσαν τα πειράματά τους καθώς φάνηκαν να ενισχύουν την άποψη πως η ζωή ήταν το αποτέλεσμα των ανελέητων δοκιμών της φύσης.

Τα προβλήματα της θεωρίας

 Αν και τα πειράματα των Miller-Urey συνεχίζουν να κοσμούν τα εγχειρίδια βιολογίας και να προβάλλονται μέσα από τα ντοκιμαντέρ ως η τελευταία λέξη της επιστήμης, εντούτοις για πάνω από μια δεκαετία οι περισσότεροι γεωχημικοί έχουν πειστεί πως είναι εντελώς εσφαλμένα και ότι δεν έχουν καμιά σχέση με την προέλευση της ζωής. Και να γιατί:

Η παρουσία οξυγόνου στην ατμόσφαιρα της πρωτόγονης γης

Στο πείραμά τους οι Miller-Urey προϋποθέτουν ότι μια ατμόσφαιρα δίχως την παρουσία οξυγόνου (αναγωγική) είναι αναγκαία για τη σύνθεση αμινοξέων και αυτό γιατί το οξυγόνο δρα σαν δηλητήριο εμποδίζοντας την παραγωγή οργανικών ενώσεων.

 Ο βιολόγος Jonathan Wells στο βιβλίο του ICONS OF EVOLUTION σελ.12-13 σχολιάζει: «Η σημερινή ατμόσφαιρα της γης περιέχει οξυγόνο σε αναλογία 21%. Συνήθως σκεφτόμαστε μια τέτοια ατμόσφαιρα σαν βασική για τη ζωή, επειδή δίχως αυτή θα πεθαίναμε. Παραδόξως, οι δομικοί λίθοι της ζωής (τα αμινοξέα) δεν θα μπορούσαν να σχηματιστούν σε μια τέτοια ατμόσφαιραΧρειαζόμαστε οξυγόνο επειδή τα κύτταρά μας παράγουν ενέργεια μέσω αεροβικής αναπνοής. Οι αερόβιοι οργανισμοί χρησιμοποιούν οξυγόνο για να προσλάβουν ενέργεια από οργανικά μόρια με τον ίδιο τρόπο που ένας κινητήρας αυτοκινήτου χρησιμοποιεί οξυγόνο για να λάβει ενέργεια από τη βενζίνη. Μα τα σώματά μας επίσης συνθέτουν οργανικά μόρια, αλλιώς δεν θα μπορούσαμε να αναπτυχθούμε, να επουλωθούν οι πληγές μας ή να αναπαραχθούμε. Η αναπνοή που διασπά τα οργανικά μόρια είναι το αντίθετο από τη σύνθεση. Οι χημικοί αποκαλούν τη διαδικασία της αναπνοής ‘οξειδωτική’…Δεν αποτελεί έκπληξη, πως το ίδιο οξυγόνο που είναι βασικό για την αερόβια αναπνοή, είναι μοιραίο για την οργανική σύνθεση…Μια και το οξυγόνο καταστρέφει τα οργανικά μόρια, οι χημικοί το απομακρύνουν από τα πειράματα που διεξάγουν…Μα πριν από την προέλευση της ζωής, όταν δεν υπήρχαν χημικοί να επιβλέπουν, οι δομικοί λίθοι θα σχηματίζονταν μόνο σε ένα φυσικό περιβάλλον δίχως οξυγόνο».

 Είναι πλέον γεγονός πως οι γεωχημικοί έχουν βρει ενδείξεις που μαρτυρούν πως η πρώιμη ατμόσφαιρα της γης περιείχε οξυγόνο. Οι Percival Davis και Dean Kenyon παρατηρούν: «Πολλά μέταλλα αντιδρούν με το οξυγόνο (όπως το σίδηρο που σκουριάζει) και τα οξείδια που προκύπτουν βρίσκονται σε σχηματισμούς βράχων πρωιμότερων από την εμφάνιση της ζωής. Επιπρόσθετα σημαντικά επίπεδα οξυγόνο θα ήταν αναγκαία για την παραγωγή του όζοντος το οποίο θα προστάτευε τη γη από την υπεριώδη ακτινοβολία η οποία ήταν θανάσιμη για τη βιολογική ζωή. Είναι ξεκάθαρο πως μια ρεαλιστική αναπαράσταση της ατμόσφαιρας της πρώιμης γης θα έπρεπε να περιέχει οξυγόνο» (DAVIS & KENYON, OF PANDAS AND PEOPLE, 1993 σελ.4).

   Οι θεωρίες της χημικής προέλευσης συναντούν ένα ανυπέρβλητο εμπόδιο: Ή η ατμόσφαιρα της γης δεν περιείχε αρχικά οξυγόνο με συνέπεια τα αμινοξέα να καταστραφούν από την ανεξέλεγκτη υπεριώδη ακτινοβολία ή περιείχε οξυγόνο το οποίο θα κατέστρεφε ξανά τα αμινοξέα με τη διαδικασία της οξείδωσης.

Τι άλλα προβλήματα όμως, συναντούν τα πειράματα των Miller-Urey; Οι Davis και Kenyon αναφέρουν:

α) Αντιστρεπτές αντιδράσεις

«Κάποια χημικά στοιχεία αντιδρούν γρήγορα το ένα με το άλλο. Συνδέονται εύκολα όπως οι βόρειοι και νότιοι πόλοι δύο μαγνητών. Κάποια άλλα όμως όχι. Τέτοιες χημικές αντιδράσεις απαιτούν ενέργεια (όπως θερμότητα ή ηλεκτρισμός). Και εδώ είναι το παράδοξο: αυτή η ίδια ενέργεια επίσης διασπά τα στοιχεία. Στην πραγματικότητα η διαδικασία διάσπασης είναι πιθανότερη απ’ τη διαδικασία σύνθεσης. Όταν ένας χημικός εκθέσει ένα μείγμα από χημικά στη θερμότητα ή στον ηλεκτρισμό, κάποια στοιχεία θα σχηματιστούν ενώ άλλα θα διασπαστούν. Μια και η δυνατότητα αποσύνθεσης είναι πιο πιθανή να συμβεί, το αποτέλεσμα θα είναι να προκύψει μια μικρή ποσότητα χημικών ενώσεων. Αυτές όμως θα είναι σχετικά απλές, μιας και οποιαδήποτε πολύπλοκα μόρια που θα σχηματίζονταν, αμέσως θα διασπώνταν σε απλούστερα.»

β) Αταίριαστα Αμινοξέα.

«Τα αμινοξέα, τα σάκχαρα, οι πρωτεΐνες και το DNA δεν είναι απλές ακολουθίες χημικών. Χαρακτηρίζονται από συγκεκριμένες τρισδιάστατες δομές. Όταν συντίθενται στα εργαστήρια έχουν τα σωστά χημικά συστατικά, μα λάθος τρισδιάστατη μορφή. Τα αμινοξέα εμφανίζονται σε δύο μορφές που η κάθε μια αποτελεί είδωλο της άλλης. Οι δύο μορφές αναφέρονται ως δεξιόστροφα και αριστερόστροφα αμινοξέα. Οι ζώντες οργανισμοί χρησιμοποιούν μόνο αριστερόστροφα αμινοξέα στις πρωτεΐνες. Τα δεξιόστροφα απλώς δεν ‘ταιριάζουν’ στον μεταβολισμό του κυττάρου περισσότερο απ’ όσο θα ταίριαζε το δεξί γάντι στο αριστερό χέρι. Αν ένα δεξιόστροφο αμινοξύ ενωθεί με αριστερόστροφα στη σύνθεση μιας πρωτεΐνης, τότε η λειτουργία της χάνεται εντελώς….Όταν αμινοξέα συντίθενται στο εργαστήριο, το αποτέλεσμα που προκύπτει είναι ένα μίγμα (50%-50%) και των δύο μορφών αμινοξέων. Η ζωή δείχνει χαρακτηριστικά τα οποία είναι ξένα σε οποιαδήποτε φυσική διαδικασία παραγωγής της» (KENYON & DAVIS σελ.5).

γ) Διασταυρωτές αντιδράσεις.

Συνεχίζουν οι ίδιοι:

«Το γεγονός ότι κάποιες αντιδράσεις συμβαίνουν αμέσως, ενώ κάποιες άλλες όχι, δημιουργεί ένα επιπρόσθετο πρόβλημα. Όπως τονίσαμε οι αντιδράσεις που έχουν να κάνουν με το σχηματισμό βιολογικά σημαντικών ενώσεων είναι του είδους που θα παράγονταν κάτω από τεχνητές συνθήκες. Τα αμινοξέα για παράδειγμα δεν συνδέονται μόνο μεταξύ τους, αλλά και με κάθε άλλη χημική ένωση που θα προέκυπτε από το πείραμα, παράγοντας ενώσεις ακατάλληλες για οποιαδήποτε χρήσιμη λειτουργία» (KENYON & DAVIS σελ.5).

Με άλλα λόγια διαπιστώνουμε πως χημικές αντιδράσεις αφημένες στο έλεος των φυσικών νόμων και μόνο δεν θα μπορούσαν να παράγουν εκείνες τις ενώσεις που καθιστούν εφικτή τη ζωή.

Ήρθε όμως τώρα η στιγμή να θέσουμε το εξής ερώτημα: Αν τα πειράματα αποκλείουν το ενδεχόμενο να έχει η ζωή μια μηχανιστική εξήγηση, τότε που είναι το άτοπο να επικαλεστούμε τη δράση ενός νοήμονος Δημιουργού; Γιατί κάποιοι επιστήμονες αρνούνται να υιοθετήσουν μια τέτοια πιθανότητα; Ο RichardDawkins εξηγεί: «Αν εξηγήσουμε την προέλευση του μηχανισμού DNA/πρωτεϊνών με την αναφορά σε έναν υπερφυσικό Σχεδιαστή, δεν εξηγούμε απολύτως τίποτε, γιατί τότε παραμένει ανεξήγητη η προέλευση και η δημιουργία του Σχεδιαστή. Σε μια τέτοια περίπτωση θα πρέπει να δώσουμε μια απάντηση του τύπου ‘ο Θεός υπήρχε πάντοτε’, αλλά αν επιτρέψουμε στον εαυτό μας μια τέτοια ‘τεμπέλικη’ διέξοδο, μπορούμε αβίαστα να πούμε ‘το DNA υπήρχε πάντοτε’ ή ‘η ζωή υπήρχε πάντοτε’ και να τελειώνουμε» (DAWIKINS, 1986 σελ.228). Είναι όμως προφανές ότι το DNA δεν υπήρχε πάντοτε, συνεπώς χρειάζεται να δοθεί μια εύλογη εξήγηση. Ο Dawkins στην πραγματικότητα προβάλλει μεταφυσικές αντιρρήσεις δείχνοντας έτσι την προσήλωσή του περισσότερο σε μια υλιστική κοσμοθεωρία, παρά στις μαρτυρίες που προκύπτουν από τα εμπειρικά δεδομένα. Ο MichaelBehe στο βιβλίο του «DARWIN’SBLACKBOX» θέτει το ερώτημα: «Είμαστε εδώ. Τα φυτά και τα ζώα είναι εδώ. Τα πολύπλοκα βιοχημικά συστήματα είναι εδώ. Όλα αυτά έφτασαν εδώ με κάποιο τρόπο: αν όχι μέσω εξελικτικών διεργασιών, τότε πώς;» (BEHE, 1996, σελ.187). Και το ερώτημα τούτο μέσα σε μια Δαρβινική προοπτική παραμένει αναπάντητο.

 Γ. Η ΚΑΜΒΡΙΑ ΕΚΡΗΞΗ

 Ο Κάρολος Δαρβίνος στο βιβλίο του «Η Καταγωγή των Ειδών» είπε τρία πράγματα: Πρώτον, ότι τα είδη δεν είναι αμετάβλητα. Με αυτό εννοούσε πως καινούργια είδη εμφανίστηκαν πάνω στη γη μέσω μιας διαδικασίας τροποποιήσεων. Δεύτερον, η διαδικασία αυτή αφορά όλο το βιόκοσμο, και τρίτον, ο μηχανισμός μέσω του οποίου προέκυψαν οι οργανισμοί είναι μια ανοήμονη διαδικασία την οποία αποκάλεσε «φυσική επιλογή» και η οποία θα μπορούσε να εξηγήσει την πολυπλοκότητα των όντων χωρίς την επίκληση ενός Δημιουργού.

Ο γενετιστής FRANCISCO AYAKA το τόνισε ως εξής: «Ήταν το μεγαλύτερο επίτευγμα του Δαρβίνου να δείξει πως η οργάνωση των ζώντων οργανισμών μπορεί να εξηγηθεί ως το αποτέλεσμα μιας φυσικής διαδικασίας, της φυσικής επιλογής, χωρίς την ανάγκη να καταφεύγουμε σε έναν Δημιουργό ή σε κάποιο άλλο εξωτερικό παράγοντα» (ΑΥΑΚΑ 1994, στο CREATIVE EVOLUTION? Σελ.4-5).

Αν λοιπόν, η θεωρία του Δαρβίνου είναι αληθής, τότε αναμένουμε από αυτή δύο πράγματα: Πρώτον, η ιστορία των ζωικών μορφών να ξεκινά με απλές μορφές οι οποίες στην πάροδο του χρόνου να εξελίσσονται σταδιακά σε πιο πολύπλοκες. Η ζωή να μοιάζει δηλαδή με ένα γενεαλογικό δέντρο, έχοντας έναν κύριο κορμό και κλαδιά. Και δεύτερον, το αρχείο των απολιθωμάτων να μας αποκαλύπτει μια αλυσίδα μεταβατικών μορφών μεταξύ προγονικών και απόγονων οργανισμών.

Σε αυτό το τμήμα του άρθρου μας δεν θα θίξουμε το αρχείο των απολιθωμάτων στο σύνολό του, μα θα ασχοληθούμε με ένα κοσμογονικό γεγονός το οποίο συνέβη στο μακρινό παρελθόν και στο οποίο οι γεωλόγοι απέδωσαν εύστοχα τον τίτλο «Κάμβρια Έκρηξη». Τι είναι λοιπόν η Κάμβρια Έκρηξη και τι έχει να μας πει για την ιστορία της ζωής;

Σύμφωνα με τους γεωλόγους, πριν από περίπου 530-570 εκατομμύρια χρόνια, στη λεγόμενη Κάμβρια περίοδο, παρατηρούμε την απότομη εμφάνιση των μεγάλων ταξινομικών ομάδων (φύλα) τα οποία εμφανίζονται σε αφθονία και πλήρως διαφοροποιημένα με τα διακριτά χαρακτηριστικά της κάθε ομάδας. Ο παλαιοντολόγος του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ SIMONCONWAYMORRIS, ειδικός στη μελέτη της Κάμβριας πανίδας, σχολιάζει: «Η Κάμβρια έκρηξη ήταν ένα από τα μεγαλύτερα γεγονότα στην ιστορία της ζωής. Περίπου μισό δισεκατομμύριο χρόνια πριν, ξαφνικά τα πράγματα αλλάζουν και έχουμε αυτή την ασυνήθιστη έκρηξη της ζωικής ποικιλίας. Και αυτή η ξαφνική εμφάνιση των ειδών οδήγησε στον όρο Κάμβρια Έκρηξη….Πώς συμβαίνει και ξαφνικά εμφανίζονται αυτά τα είδη από το πουθενά; Και ως ένα μεγάλο βαθμό αυτό παραμένει μυστήριο» (SimonConwayMorris, THE CRUCIBLE OF CREATION, OxfordUniversityPress, 1998).

 Επίσης ο γεωλόγος JOHN WEISTER θα προσθέσει: «Σ’ αυτή την περίοδο πενήντα ζωικοί τύποι εμφανίζονται, εκ των οποίων οι περισσότεροι δεν βρίσκονται σε πρωϊμότερα αρχεία και οι οποίοι παραμένουν μέχρι σήμερα…Αυτό το γεγονός συνέβη ξαφνικά σε σύντομο γεωλογικό χρονικό διάστημα. Δεν επαναλήφθηκε ξανά. Και το πιο σημαντικό είναι ότι παρήγαγε ένα ασυνήθιστο εύρος βασικών ζωικών σχεδιασμών. Από αυτά τα Κάμβρια είδη, αργότερα προήλθαν όλες οι μείζονες ομάδες που υπάρχουν στη γη» (JOHN WEISTER- The Cambrian Explosion, στο βιβλίο SIGNS OF INTELLIGENCE, 2001,σελ.148, BRAZOS PRESS).

Και πιο κάτω θα πει: «Τρία χαρακτηριστικά σηματοδοτούν την Κάμβρια Έκρηξη από τα υπόλοιπα γεγονότα της ιστορίας της ζωής: Πρώτον, ο αιφνίδιος χαρακτήρας της, δεύτερον, το εύρος των ζωικών τύπων που παρήχθησαν (50 διαφορετικοί ζωικοί τύποι, τα λεγόμενα φύλα) και τρίτον,, το γεγονός ότι δεν παρήχθησαν καινούργια φύλα από την περίοδο αυτή και μετά…Δεν υπάρχουν μεταβατικές μορφές που να τα συνδέουν, όπως θα ήθελε η Νεοδαρβινική θεωρία» (WEISTER, 2001, σελ.150).

Δεν είναι υπερβολή να πούμε πως αυτά τα γεγονότα έχουν προκαλέσει ανησυχία στους Νεοδαρβινιστές. Ο RichardDawkins θα αρκεστεί απλά να πει: «Είναι σάμπως να ξεφύτρωσαν εκεί χωρίς να έχουν καμία προηγούμενη εξελικτική ιστορία» (DAWKINS, 1986, σελ.359).

Ο ίδιος ο Κάρολος Δαρβίνος ήταν ενήμερος για το πρόβλημα και γι’ αυτό στο βιβλίο του «Η Καταγωγή των Ειδών» ρωτά: «Γιατί δεν είναι κάθε γεωλογικός σχηματισμός και κάθε στρώμα γεμάτος από μεταβατικές μορφές; Η γεωλογία δεν μας αποκαλύπτει μια διαβαθμισμένη οργανική αλυσίδα και αυτό είναι η πιο προφανής αντίρρηση που μπορεί να προβάλλει κανείς απέναντι στη θεωρία μου» (DARWIN, THE ORIGIN OF SPECIES, σελ.292).

Βεβαίως ο Δαρβίνος δεν έχασε την πίστη του στην οργανική εξέλιξη, μα προσπάθησε να αντιπαρέλθει το πρόβλημα προτείνοντας ότι η γεωλογία είναι νεαρή επιστήμη και πως μεταγενέστερες ανασκαφές θα απεκάλυπταν τα μεταβατικά απολιθώματα, που τόσο χρειάζονταν η θεωρία του. Είναι όμως τα πράγματα έτσι;

Ο DavidRaup, έφορος του Τμήματος Γεωλογίας στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας του Σικάγου, και εξελικτικός, διαφωνεί. Σε ένα άρθρο του το 1979 με τίτλο “CONFLICTS BETWEEN DARWINAND PALEONTOLOGY” δηλώνει:«Είμαστε τώρα 120 χρόνια μετά τον Δαρβίνο και οι γνώσεις μας για το αρχείο των απολιθωμάτων έχουν εμπλουτισθεί….Ειρωνεία είναι ότι έχουμε λιγότερα παραδείγματα εξελικτικών μεταβάσεων απ’ ότι την εποχή του Δαρβίνου. Με αυτό εννοώ πως κάποιες κλασσικές περιπτώσεις, όπως η εξέλιξη του αλόγου στη Βόρεια Αμερική, θα πρέπει να διαψευστούν ή να τροποποιηθούν, ως αποτέλεσμα λεπτομερέστερων πληροφοριών» (RAUP, 1979, Field Museum of Natural History Bulletin, 30 (1), 25).

Ιδιαίτερα αποκαλυπτικός είναι ο Stephen Jay Gould του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ, όταν ομολογεί: «Η ακραία έλλειψη μεταβατικών μορφών στο αρχείο των απολιθωμάτων παραμένει ως το μυστικό της παλαιοντολογίας. Τα εξελικτικά γενεαλογικά δέντρα που κοσμούν τα περισσότερα εγχειρίδια, έχουν στοιχεία μόνο για τα άκρα τους, τα υπόλοιπα είναι συμπεράσματα και όχι δεδομένα από τα απολιθώματα» (Gould,1977, Natural History, 86,14).

Επίσης στο ίδιο άρθρο αναφέρει δύο χαρακτηριστικά στην ιστορία των απολιθωμάτων:

«Α) Στάση. Τα περισσότερα είδη δεν δείχνουν μια κατευθυνόμενη αλλαγή κατά την παρουσία τους στη γη. Εμφανίζονται στο αρχείο των απολιθωμάτων και παραμένουν τα ίδια μέχρι τη στιγμή που εξαφανίζονται. Η μορφολογική αλλαγή είναι πολύ περιορισμένη.

Β) Ξαφνική εμφάνιση. Σε όλες τις περιοχές κάθε είδος δεν εμφανίζεται βαθμιαία, μέσω μιας σταθερής μεταμόρφωσης από κάποιον πρόγονο: εμφανίζεται διαμιάς και πλήρως σχηματισμένο» (Gould , όπως πιο πριν).

Και σε ότι αφορά τη σχέση προγόνου-απογόνου στην εξελικτική θεωρία, ο HenryGee, παλαιοντολόγος και συντάκτης του περιοδικού NATURE, είναι καυστικός: «Το να πάρει κάποιος μια σειρά από απολιθώματα και να ισχυριστεί πως αντιπροσωπεύουν μια γενεαλογική σειρά, δεν είναι μια επιστημονική υπόθεση που να μπορεί να ελεγχθεί, αλλά ένας ισχυρισμός τόσο έγκυρος όσο και μια ιστορία πριν πέσει κανείς να κοιμηθεί- διασκεδαστική μεν, μα όχι επιστημονική» (HENRYGEE- In Search of Deep Time, NewYork-Free Press, 1999).

Έτσι λοιπόν, οι μαρτυρίες των απολιθωμάτων όπως μας έρχονται από τους αρμόδιους επιστήμονες, δείχνουν να μην συμφωνούν με τις προβλέψεις του Νεοδαρβινισμού. Τίθεται όμως το ερώτημα: Γιατί οι ίδιοι αρνούνται να λάβουν υπόψη τους εναλλακτικές αντιλήψεις για τη ζωή, όπως το ενδεχόμενο της ύπαρξης ενός Δημιουργού; Και γιατί σε πείσμα των μαρτυριών παραμένουν προσκολλημένοι στις θεωρίες τους;

Η απάντηση μας δίνεται από τον Richard Lewontin του Πανεπιστημίου του Σικάγου: «Δεν είναι οι μέθοδοι και οι θεσμοί της επιστήμης που μας αναγκάζουν να υιοθετούμε μια υλιστική εξήγηση για τον κόσμο των φαινομένων, αλλά τουναντίον, είμαστε αναγκασμένοι από μια apriori αφοσίωση σε υλικά αίτια να παράγουμε υλιστικές εξηγήσεις. Επιπρόσθετα αυτή η στάση είναι απόλυτη γιατί δεν μπορούμε να επιστρέψουμε σε μια θεϊστική εξήγηση» (RICHARD LEWONTIN-Billions And Billions Of Demons-THE NEW YORK REVIEW, 9-1-1997, 31).

 Δ. ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΟΥ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΥ

Μία από τις κυριότερες αντιρρήσεις που συχνά προβάλλουν οι Νεοδαρβινιστές στο ερώτημα αν οι οργανισμοί είναι το αποτέλεσμα ενός σκόπιμου σχεδιασμού ή μιας τυφλής διαδικασίας εξελικτικών μεταβολών, είναι το επιχείρημα των λεγόμενων ατελειών που παρουσιάζουν διάφοροι οργανισμοί. Σύμφωνα με αυτό, ένας νοήμων Σχεδιαστής δεν θα σχεδίαζε οργανισμούς με ατέλειες στη φυσιολογία τους ή την ανατομία τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο αμφιβληστροειδής του ματιού. Ο Dawkins σχολιάζει: «Το οπτικό νεύρο, όπως και τα άλλα νεύρα, μοιάζει με ένα καλώδιο αρτηριακού κυκλώματος, μια δέσμη από ξεχωριστά ‘μονωμένα’ σύρματα, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση φθάνουν περίπου τα τρία εκατομμύρια. Το καθένα από αυτά οδηγεί από ένα κύτταρο του αμφιβληστροειδούς στον εγκέφαλο…Τα εν λόγω σύρματα συγκεντρώνονται από όλο τον αμφιβληστροειδή και σχηματίζουν μια δέσμη η οποία είναι το οπτικό νεύρο του ματιού. Οποιοσδήποτε μηχανικός θα υπέθετε ότι τα φωτοκύτταρα θα ήταν στραμμένα προς το φως, με τα σύρματά τους να έχουν κατεύθυνση προς τα πίσω, για να φθάσουν στον εγκέφαλο. Θα έβαζε τα γέλια αν κάποιος του έλεγε ότι τα φωτοκύτταρα θα μπορούσαν να είναι γυρισμένα με το πίσω μέρος τους προς το φως και τα σύρματά τους να ξεκινούν από την πλευρά που δέχεται το φως. Και όμως, αυτό ακριβώς συμβαίνει στον αμφιβληστροειδή όλων των σπονδυλωτών. Κάθε φωτοκύτταρο είναι συνδεδεμένο ανάποδα, με το σύρμα του να προεξέχει από την πλευρά που είναι προς το φως. Το σύρμα διασχίζει την επιφάνεια του αμφιβληστροειδούς μέχρι να φτάσει στο σημείο όπου περνά ένα άνοιγμα του χιτώνα (το λεγόμενο ‘τυφλό σημείο’), για να ενωθεί με το οπτικό νεύρο. Αυτό σημαίνει ότι το φως είναι αναγκασμένο να περάσει μέσα από ένα δάσος συρμάτων, με αποτέλεσμα να υφίσταται κάποια εξασθένηση και παραμόρφωση» (Dawkins, 1986, σελ.157-158). Με άλλα λόγια, ο Dawkins συμπεραίνει από το παραπάνω παράδειγμα, πως αυτή η σχεδιαστική ατέλεια του ματιού θα μπορούσε να εξηγηθεί μόνο με την επίκληση μιας ανοήμονης διαδικασίας τροποποιήσεων, και όχι με τη δράση ενός λογικού Δημιουργού. Στη λογική του μορφή το επιχείρημα αυτό παρουσιάζεται ως εξής:

Α) Αν υπήρχε ένας Σχεδιαστής θα ήταν ικανός να δημιουργήσει οργανισμούς χωρίς ατέλειες.

Β) Ένα πρακτικό παράδειγμα θα αφορούσε τον αμφιβληστροειδή.

Γ) Ο αμφιβληστροειδής έχει σχεδιαστικές ατέλειες, άρα

Δ) Δεν έφτιαξε ένα τέτοιο όργανο κάποιος Σχεδιαστής

Ε) Συνεπώς, μια ανοήμονη εξελικτική διαδικασία είναι η μόνη εξήγηση για   την εμφάνιση του ματιού.

Όμως το παραπάνω επιχείρημα όσο ισχυρό και αν φαίνεται εκ πρώτης όψεως, διέπεται από δύο βασικά σφάλματα που του αποδυναμώνουν την αποδεικτική ισχύ:

Α) Το λογικό πρόβλημα.

Η παραπάνω αντίρρηση προϋποθέτει ένα ψεύτικο δίλημμα, σύμφωνα με το οποίο ένας οργανισμός ή θα είναι σχεδιασμένος κατά τον τέλειο τρόπο ή ο σχεδιασμός θα είναι απλά φαινομενικός.

Ο μαθηματικός William Dembski στο βιβλίο του «INTELLIGENT DESIGN» κάνει το εξής σχόλιο: «Είναι ανάγκη να διαχωρίσει κανείς αυτό που ονομάζουμε έξυπνο σχεδιασμό από τον λεγόμενο φαινομενικό σχεδιασμό, και από τον ιδεατό ή βέλτιστο σχεδιασμό. Ο φαινομενικός σχεδιασμός δίνει την εντύπωση ότι είναι σχεδιασμός, ενώ ο βέλτιστος είναι τέλειος σχεδιασμός και δεν υπάρχει παρά μόνο κατά τρόπο ιδεατό και όχι στην πραγματικότητα. Μια κοινή στρατηγική αυτών που αντιμάχονται το σχεδιασμό είναι η προσπάθειά τους να τον υπαγάγουν σε αυτές τις δύο ακραίες κατηγορίες (φαινομενικός –ιδεατός). Το πρόβλημα όμως με αυτή την τακτική είναι ότι συνιστά μια προσπάθεια υπεκφυγής. Πράγματι παραβλέπει το ερώτημα περί έξυπνου σχεδιασμού. Τα αυτοκίνητα που διασχίζουν τους δρόμους είναι έξυπνα σχεδιασμένα με την έννοια ότι μια νοήμον διάνοια (του κατασκευαστή) είναι υπεύθυνη γι’ αυτά. Εν τούτοις ακόμη και αν νομίζει κανείς πως τα αυτοκίνητα της Detroit είναι τα καλύτερα στον κόσμο, θα ήταν λάθος να λέγαμε πως είναι βέλτιστα σχεδιασμένα. Ούτε είναι σωστό να πούμε ότι είναι φαινομενικά σχεδιασμένα» (Dembski, 1999, σελ.261).

Επίσης ο βιοχημικός Michael Behe στο δικό του βιβλίο δηλώνει: «Το βασικό πρόβλημα με αυτή την αντίρρηση είναι πως απαιτεί έναν εξολοκλήρου τέλειο σχεδιασμό. Σχεδιαστές που έχουν την ικανότητα να κάνουν καλύτερους σχεδιασμούς, συνήθως δεν το κάνουν. Για παράδειγμα, οι εταιρίες συχνά κατασκευάζουν προϊόντα έτσι ώστε αυτά να έχουν μια συγκεκριμένη διάρκεια ζωής…Το επιχείρημα εκ των ατελειών παραβλέπει την πιθανότητα να έχει ένας σχεδιαστής περισσότερα του ενός κίνητρα, περιορίζοντας έτσι τη λειτουργικότητα ενός προϊόντος σε ένα δευτερεύων ρόλο» (Behe, 1996, σελ.223).

Β) Το επιστημονικό πρόβλημα.

Πρόσφατες έρευνες πάνω στον αμφιβληστροειδή του ματιού δείχνουν πως ο σχεδιασμός του ματιού κάθε άλλο παρά ατελής είναι.

Ο WilliamDembski στο βιβλίο του “The Design Revolution” σχολιάζει: «Στην πραγματικότητα υπάρχουν καλοί λειτουργικοί λόγοι για τους οποίους ο αμφιβληστροειδής έχει αυτή την κατασκευή. Ένα οπτικό σύστημα χρειάζεται τρία πράγματα: ταχύτητα, ευαισθησία και αποφασιστικότητα. Η ταχύτητα δεν επηρεάζεται από την ανεστραμμένη διάταξη των οπτικών νεύρων. Η αποφασιστικότητα το ίδιο. Δεν υπάρχει καμιά ένδειξη ότι ο αμφιβληστροειδής των κεφαλόποδων όπως τα καλαμάρια και τα χταπόδια, ο οποίος είναι ‘καλωδιωμένος’ κατά τον σωστό τρόπο έχοντας τα φωτοκύτταρα στραμμένα προς το φως να είναι λειτουργικά καλύτερος ώστε να εντοπίζει αντικείμενα στο οπτικό του πεδίο. Όσο για την ευαισθησία φαίνεται πως υπάρχουν καλοί λειτουργικοί λόγοι για έναν ανεστραμμένο αμφιβληστροειδή. Τα κύτταρα του αμφιβληστροειδούς απαιτούν το περισσότερο οξυγόνο από οποιαδήποτε άλλα κύτταρα στο ανθρώπινο σώμα. Πότε όμως απαιτούν το περισσότερο οξυγόνο; Μόνο όταν το φως που πέφτει πάνω σε αυτά είναι μικρό σε ποσότητα. Μια προμήθεια αίματος μπροστά από τα φωτοκύτταρα αποτελεί εγγύηση ότι τα κύτταρα του αμφιβληστροειδούς θα έχουν το οξυγόνο που χρειάζονται για να διατηρούνται όσο το δυνατόν περισσότερο ευαίσθητα» (Dembski, 2004, σελ.60).

Επίσης το βιβλίο “Getting th eFacts Straight” το οποίο εκδόθηκε από το Discovery Institute που εδρεύει στο Σηάτλ των ΗΠΑ παραθέτει τα εξής: «Τα φωτοευαίσθητα κύτταρα στα μάτια των ανώτερων σπονδυλωτών είναι άκρως αποτελεσματικά στο να μεγεθύνουν το αμυδρό φως. Οι άκρες αυτών των κυττάρων χρειάζονται αρκετή ενέργεια καθώς και διαρκή αναγέννηση. Η ενέργεια παρέχεται από ένα πυκνό στρώμα τριχοειδών αγγείων και η ικανότητα αναγέννησης από ένα ειδικό επίστρωμα επιθήλιων κυττάρων. Αν οι άκρες τους έδειχναν προς τα εμπρός, τότε το εισερχόμενο φως θα εμποδίζονταν και από τα τριχοειδή αγγεία και από τα επιθήλια κύτταρα. Ένα τέτοιο είδος ματιού θα ήταν λιγότερο αποτελεσματικό και λιγότερο τέλειο από αυτό που έχουμε τώρα, επειδή τα τριχοειδή και τα επιθήλια κύτταρα είναι τώρα πίσω από τον αμφιβληστροειδή αντί μπροστά. Είναι αλήθεια πως η υπάρχουσα διευθέτηση αναγκάζει το οπτικό νεύρο να αφήνει ένα ‘τυφλό σημείο’ καθώς διέρχεται τον αμφιβληστροειδή, αλλά τα σπονδυλωτά έχουν δύο μάτια, και τα ‘τυφλά σημεία’ τους δεν επηρεάζουν την όραση όταν αυτή εστιάζεται στο ίδιο αντικείμενο και από τα δύο μάτια» (GettingtheFactsStraight, 2001, σελ. 29).

Άρα η κατασκευή του ματιού σύμφωνα με τα παραπάνω, δίνει μαρτυρία για την δράση ενός λογικού Σχεδιαστή.

Κλείνοντας το άρθρο αυτό, εκφράζουμε την πεποίθησή μας πως τα δεδομένα της επιστήμης όταν ερμηνεύονται σωστά, βρίσκονται σε απόλυτη συμφωνία με την διακήρυξη της Αγίας Γραφής. Το «εν αρχή εποίησεν ο Θεός τον ουρανό και τη γη» είναι η πιο επίκαιρη διακήρυξη που μπορεί κανείς να κάνει για την προέλευση του κόσμου μας.

 ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΑΛΑΓΙΑΝΝΗΣ

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

1.        ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΚΑΙ ΠΡΟΟΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ- A.WILDER-SMITH

2.        Ο ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΔΑΡΒΙΝΙΣΜΟΥ- RICHARDMILTON

3.        INTELLIGENT DESIGN - WILLIAM DEMBSKI

4.        THE DESIGN REVOLUTION - WILLIAM DEMBSKI

5.        EVOLUTION: A THEORY IN CRISIS – MICHAEL DENTON

6.        OF PANDAS AND PEOPLE – MICHAEL DENTON

7.        DARWIN’S BLACK BOX – MICHAEL BEHE

8.        A CASE AGAINST ACCIDENT AND SELF-ORGANIZATION – DEAN OVERMAN

9.        ICONS OF EVOLUTION – JONATHAN WELLS

10.     DARWINISM, DESIGN AND PUBLIC EDUCATION- J.CAMPBELL & S.MEYER

11.     THE CASE FOR A CREATOR – LEE STROBEL

12.     SIGNS OF INTELLIGENCE – J.KUSHINER & W.DEMBSKI

13.     DARWIN ON TRIAL – PHILLIP JOHNSON

14.     BEYOND NEO-DARWINISM – MAE WAN HO & PETER SANDERS

15.     THE CRUCIBLE OF CREATION – SIMON CONWAY MORRIS

16.   GETTING THE FACTS STRAIGHT – DISCOVERY INSTITUTE PRESS