Η ΕΙΣΟΔΟΣ ΤΟΥ ΚΛΗΡΙΚΑΛΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΝ 4ο ΑΙΩΝΑ

ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΚΑΡΜΙΡΗ

Εισερχόμενοι στο θέμα μας, παρατηρούμε ότι η θέση και η διακονία των λαϊκών στην Ορθόδοξη Εκκλησία προσδιορίζεται από τις αιώνιες και ακατάλυτες αρχές και επιταγές της Καινής Διαθήκης και της Αποστολικής Παραδόσεως. Συνεπώς η θέση και η διακονία τους είναι καθορισμένη από θείο δίκαιο και άρα, δεν επιτρέπεται καμμιά παρέκκλιση από αυτά που θεσπίστηκαν από τους Αποστόλους. Δυστυχώς, όμως, κατά τη διάρκεια αιώνων, έγιναν μερικές παρεκκλίσεις, που χρειάζονται επανόρθωση έτσι ώστε να επαναπροσαρμοστεί και να εναρμονιστεί το καθεστώς της υποτιμήσεως των λαϊκών που διαμορφώθηκε στο Βυζάντιο και ισχύει ακόμα, με σκοπό να επανακτήσουν, οι τελευταίοι, τα απολεσθέντα δικαιώματά τους στον εκκλησιαστικό οργανισμό, που άσκησαν μέχρι τα μέσα του γ΄ αιώνος, όταν άρχισε η παραθεώρησή τους. Όπως είναι γνωστό, από τον δ΄ αιώνα, με την αναγνώριση της Χριστιανικής Εκκλησίας και με την ανακήρυξη του Χριστιανισμού ως επίσημης θρησκείας του Κράτους, έγινε η αρχή του κληρικαλισμού, που αναπτύχθηκε τους επόμενους αιώνες στο Βυζάντιο και αργότερα πολύ περισσότερο στη Ρωμαϊκή εκκλησία και της νοθεύσεως του εκκλησιαστικού πολιτεύματος των πρώτων χριστιανικών αιώνων με τον παραγκωνισμό του λαϊκού στοιχείου στο περιθώριο μόνο της ζωής της Εκκλησίας. Έτσι, ενώ κατά την αποστολική και τη μεταποστολική εποχή και οι κληρικοί και οι λαϊκοί κατείχαν εξίσου υπεύθυνη και ενεργό θέση στην Εκκλησία και τίποτα το σοβαρό δεν γινόταν ούτε εκ μέρους του κλήρου χωρίς το λαό, ούτε εκ μέρους του λαού χωρίς τον κλήρο, αντίθετα από τον δ΄ αιώνα και πέρα υπερτονίσθηκε η θέση και η αποστολή στην Εκκλησία μόνον των κληρικών εις βάρος των λαϊκών, που παραθεωρήθηκαν, υποτιμήθηκαν και αποστερήθηκαν των δικαιωμάτων τους και της υπεύθυνης διακονίας τους μέσα στην Εκκλησία. Θεωρήθηκαν σαν να αποτελούν μια αμελητέα και ποιμενόμενη μόνον ποσότητα της Εκκλησίας ή σαν να είναι ο κοινός και ταπεινός λαός και όχλος ή σαν χριστιανοί δεύτερης κατηγορίας κ.τ.λ. Με την πάροδο δε του χρόνου, άλλα μεν δικαιώματα των λαϊκών στην Εκκλησία σφετερίσθηκαν καταχρηστικά οι Βυζαντινοί Αυτοκράτορες, αντιπροσωπεύοντας δήθεν τους λαϊκούς, άλλα δε οι κληρικοί, και μάλιστα οι επίσκοποι. Αυτό συνέβηκε ιδιαίτερα σε μας, μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως στα χρόνια της εκκλησιαστικής παρακμής και της καταπτώσεως του υποδούλου λαού.

 Δυστυχώς, η κατάσταση αυτή συνεχίζεται και στη σύγχρονη εποχή, μέχρι του σημείου όταν μιλάμε σήμερα για την εκκλησία να εννοούμε συνήθως τη λεγόμενη «διοικούσα» Εκκλησία, δηλαδή μερικές δεκάδες επισκόπων, που ασκούν όλες τις εκκλησιαστικές εξουσίες, με τη βοήθεια των κακώς ονομαζομένων κατωτέρων κληρικών, που κι αυτοί, υποτιμήθηκαν από τους επισκόπους. Έτσι, έγινε μεγάλη η διάκριση και η απόσταση μεταξύ της ιεραρχίας από τη μια μεριά και των λαϊκών από την άλλη, που έχουν καταδικασθεί σε αδράνεια και αχρηστία χωρίς να μπορούν να ασκούν τα δικαιώματά τους ούτε να εκτελούν κι αυτά ακόμα τα καθήκοντά τους στην Εκκλησία και εξαιτίας αυτού να αδιαφορούν γι' αυτήν, να απομακρύνονται από την Εκκλησία ή και να γίνονται εχθροί της και άπιστοι. [...] Συμμετέχοντας στη διδαχή, στην ιεραποστολή, στη λατρεία, στη διοίκηση, στο κοινωνικό και σε όλο το γενικώτερα το εκκλησιαστικό έργο, οι λαϊκοί θα συμβάλλουν έτσι στην επιτυχία του και στον πληρέστερο και βαθύτερο ευαγγελισμό και εκχριστιανισμό του κόσμου με υψηλό αίσθημα χριστιανικής ευθύνης.

 [...], Οι λαϊκοί, μετέχοντας του αρχιερατικού αξιώματος του Χριστού, πρέπει κατ' επέκταση να συμμετέχουν πληρέστερα και περισσότερο συνειδητά και στην λατρευτική διακονία και ζωή της Εκκλησίας προσφέροντας και αυτοί, δια του αρχιερέως Χριστού, προσωπικές θυσίες, πνευματικές και όχι υλικές, αινέσεως και ευχαριστίας στο Θεό, με την προσευχή, την ομολογία, την ευποιία και προπαντός με την προσφορά του εαυτού τους στο Θεό. [...] Ιδίως στην προς Εβραίους επιστολή 8,1-2. 10,19-22.4,14-16 και 13,15-16 διδάσκεται σαφώς, ότι οι πιστεύοντες λαϊκοί, μετέχοντας στην ιερωσύνη του Χριστού, μπορούν να προσφέρουν, δι' αυτού, θυσίες στο Θεό, προσερχόμενοι, “μετά παρρησίας τω θρόνω της χάριτος” αυτού. Μ' αυτόν τον τρόπο αυτοί διακονούν πάντοτε σε πνευματικό ναό ως “ιεράτευμα άγιον”, προσκυνώντας το Θεό “εν πνεύματι και αληθεία”, προσφέροντας σ' αυτόν πνευματικές θυσίες, δηλαδή προσευχή, δοξολογία, ευχαριστία, μετάνοια, αγαθωσύνη, δικαιοσύνη, ομολογία, “θυσίαν αινέσεως” (Εβρ.13,15), “θυσίαν της πίστεως” (Φιλ.2,17) [...] Ακόμα δε μεσιτεύουν προς τον Θεό για τους συνανθρώπους και γενικώς για τον κόσμο, κάνοντας “δεήσεις, προσευχάς, εντεύξεις, ευχαριστίες υπέρ πάντων ανθρώπων” (Α' Τιμ.2,1), “εν μέσω γενεάς σκολιάς και διεστραμμένης” (Φιλ.2,15).

  Ειδικώτερα, δυνάμει της γενικής βαπτισματικής ιερωσύνης τους οι λαϊκοί, συμμετέχουν ενεργά στην τέλεση των αγίων μυστηρίων, της θ.λειτουργίας και γενικώτερα της λατρείας, με το να συμπροσεύχονται, να συμψάλλουν και να διαβάζουν τα αγιογραφικά και λειτουργικά αναγνώσματα, το σύμβολο της πίστεως, την Κυριακή προσευχή κ.λπ., με το να φέρουν “θυσίαν αινέσεως δια παντός τω Θεώ, τ.έ. Καρπόν χειλέων ομολογούντων τω ονόματι αυτού” (Εβρ.13,15), με το να δέχονται και να κοινωνούν τα μυστήρια, ιδίως δε με το να συμπράττουν στην τέλεση της αναίμακτης θυσίας με την προσευχή, την επίκληση, την προσφορά και την κοινωνία. [...] Η μεταβολή των τιμίων δώρων γίνεται από το Άγιο Πνεύμα με την επίκλησή του από τον ιερέα και με την πίστη και συμπροσευχή των εκκλησιαζόμενων λαϊκών, που συνοδεύουν τα λόγια του ιερέα με κατάφαση και συμφωνία, με το “αμήν” και με άλλες εκφράσεις και εκδηλώσεις, όπως “άξιον και δίκαιον εστίν”, “παράσχου Κύριε” κ.λπ, σε διαλογική μορφή. [...] Έτσι, συμμετέχοντας μ' αυτόν τον τρόπο οι λαϊκοί στην τέλεση, από τον ιερέα, της ευχαριστιακής θυσίας, γίνονται, μ' αυτήν την έννοια, συλλειτουργοί του αρχιερέα ή του ιερέα που προεξάρχει.

 [...] Οι λαϊκοί, αποκρούουν κάθε μορφή κληρικαλισμού, και ιδιαίτερα τη δεσποτοκρατία, δηλαδή την αντίθετη με την οργάνωση της Εκκλησίας στην αποστολική και μεταποστολική εποχή και με τις σύγχρονες δημοκρατικές αντιλήψεις, ολιγαρχία και απολυταρχία των επισκόπων. [...] Και στη μεν κληρικοκρατία οδηγεί ο αποκλεισμός των λαϊκών από την άσκηση της τριπλής διακονίας που τους ανήκει μέσα στην Εκκλησία, κάτι που συνέβη ιδίως στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, κυρίως μετά το μεσαίωνα. [...] Αντίθετα στην Ορθόδοξη Εκκλησία [...] επεκράτησε από παληότερα μια σύνθεση και μια αποφυγή των δύο άκρων, της κληρικοκρατίας και της λαϊκοκρατίας, της ολιγαρχίας και της οχλοκρατίας, με την ενότητα και αρμονική συνεργασία των κληρικών και των λαϊκών, αλλά δυστυχώς με ανεπίτρεπτο περιορισμό των δικαιωμάτων των λαϊκών σε διάφορους χρόνους και τόπους.

[...] Επιβάλλουν (Σημ.Ερευνητή: οι συνθήκες) στην Πανορθόδοξη Σύνοδο που πρόκειται να συγκροτηθεί, [...] να επαναχορηγήσει σ' αυτούς (Σημ.Ερευνητή: στους λαϊκούς) όλα τα δικαιώματα που τους έχουν αφαιρεθεί μέσα στην Εκκλησία, με βάση τη διδασκαλία της Καινής Διαθήκης και της Αποστολικής Παραδόσεως και των νέων εκκλησιαστικών συνθηκών και αναγκών που θα δημιουργηθούν. Έτσι οφείλει να καθορίσει το βαθμό της συμμετοχής τους, π.χ. Στο κήρυγμα, στην κατήχηση και γενικά στη διδαχή, στη θεία λειτουργία και στην τέλεση των μυστηρίων, στις εκλογές και χειροτονίες των κληρικών, στη διοίκηση και στην κοινωνική εργασία των ενοριών και των επισκόπων και στη γενικότερη ζωή της Εκκλησίας, σε αρμονική πάντοτε συνεργασία με τους κληρικούς. Γενικότερα οφείλει να καθορίσει τη θέση που τους πρέπει μέσα στον εκκλησιαστικό οργανισμό, όπως θέλησε και έταξε ο θείος Δομήτορας της Εκκλησίας, επαναφέροντας έτσι σε ισχύ το δημοκρατικό πολίτευμα της αρχέγονης Εκκλησίας. Γιατί απόλυτα υποχρεωτικό και κανονιστικό για την αποστολική μας Εκκλησία σήμερα δεν είναι ό,τι κληροδότησαν σ' αυτήν οι αιώνες της παρακμής, αλλά ό,τι παρέδωσαν σ' αυτήν ο αποστολικός αιώνας, ο θείος Ιδρυτής της Εκκλησίας, οι Απόστολοι και οι πρώτοι διάδοχοί τους [...]

 (Η ΘΕΣΗ ΚΑΙ Η ΔΙΑΚΟΝΙΑ ΤΩΝ ΛΑΪΚΩΝ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ-Ι.ΚΑΡΜΙΡΗ, εκδόσεων ΤΗΝΟΣ σελ.8-10, 25-29, 40-42).