ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΣΤΟΝ ΑΘΕΪΣΜΟ Νο1 -ΗΘΙΚΕΣ ΑΝΤΙΡΡΗΣΕΙΣ

Η βασική έννοια του αθεϊσμού συνίσταται στην άποψη πως δεν υπάρχει Θεός. Φυσικά ο αθεϊσμός δεν αποτελεί απλά μια αρνητική θέση, αφού οι περισσότεροι αθεϊστές δεν θεωρούν τους εαυτούς τους ως αντι-θεϊστές, αλλά απλά ως μη-θεϊστές. Αυτό σημαίνει πως οι ίδιοι δεν επιχειρούν να αποδείξουν τη θέση τους, αλλά προσπαθούν να ασκήσουν μια κριτική στη θεϊστική αντίληψη του κόσμου, δείχνοντας ότι είναι ανεπαρκής και ίσως αντιφατική στην ερμηνεία που προσφέρει.

Σημαντικό ακόμη είναι να αναφέρουμε πως και οι ίδιοι οι αθεϊστές αναγνωρίζουν πως τα επιχειρήματά τους ενάντια στην ύπαρξη του Θεού, δεν είναι τελεσίδικα, αλλά απλά τα καλύτερα που μπορούν να διαθέσουν. Τα επιχειρήματα που θα παραθέσουμε αφορούν δύο κατηγορίες αντιρρήσεων: Ηθικές αντιρρήσεις και κοσμολογικές αντιρρήσεις στην ύπαρξη του Θεού.

Ηθικες αντιρρησεις για την υπαρξη του Θεου

Ο διάσημος φιλόσοφος Μπέρτναντ Ράσσελ στο περίφημο έργο του «Γιατί δεν είμαι Χριστιανός», αναπτύσσει αυτή την αντίρρηση: «Αν υπάρχει ένας ηθικός νόμος, τότε αυτός ή προέρχεται από την βούληση του Θεού ή υπάρχει ανεξάρτητα από Αυτόν. Αν προέρχεται από την βούληση του Θεού, τότε ο νόμος αυτός είναι αυθαίρετος. Αυτό που λέμε «καλό» ή «ηθικό» δεν είναι τίποτε άλλο, παρά αυτό που ο Θεός αποφάσισε αυθαίρετα. (Πράγματι ο Θεός θα μπορούσε εξίσου να ανακηρύξει την βία, τη σκληρότητα ή το μίσος ως καλά). Αν από την άλλη, το αγαθό δεν προέρχεται από τον Θεό, τότε ακόμη και ο ίδιος ο Θεός υπόκειται σε αυτό, επειδή αυτό το Αγαθό αποτελεί την πρωταρχική έννοια στην οποία υποτάσσεται και ο Ίδιος. Αν όμως ο Θεός υποτάσσεται σ’ αυτή την έννοια του Αγαθού, τότε δεν είναι απόλυτος. Μόνον αυτή η έννοια είναι βασική, αναλλοίωτη και απόλυτη. Έτσι ή ο Θεός δεν είναι Θεός επειδή αποφασίζει για το αγαθό αυθαίρετα, ή δεν είναι απόλυτος επειδή υπάρχει μια απόλυτη έννοια του Αγαθού πάνω από Αυτόν. Και συνεπώς ένας τέτοιος Θεός δεν μπορεί να αποτελεί αντικείμενο λατρείας εκ μέρους του ανθρώπου».

Το δίλημμα αυτό του Ράσσελ είναι όμως εσφαλμένο. Ο ηθικός νόμος δεν είναι ανεξάρτητος και ανώτερος του Θεού, αλλά ούτε και αποτελεί μια αυθαίρετη εκλογή εκ μέρους του Θεού. Αντί να πηγάζει από τη Βούληση του Θεού, ο ηθικός νόμος προέρχεται από τη Φύση του Θεού. Αν έχουν έτσι τα πράγματα, τότε το παραπάνω δίλημμα έχει λυθεί. Στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχουν απόλυτα αγαθά υπεράνω του Θεού. Θα λέγαμε ότι ο Θεός τότε υπόκειται στο καλό που εκπηγάζει από τη φύση Του. Ο Θεός δεν μπορεί να είναι λιγότερο από απόλυτα αγαθός. Η ίδια η φύση Του απαιτεί να είναι απόλυτα αγαθός. Δεν είναι ούτε αυθαίρετος, επειδή δεν μπορεί να επιθυμεί κάτι ενάντια στην φύση Του. Η βούληση του Θεού συνεπώς είναι σε πλήρη συμφωνία με τη φύση Του, για ότι αφορά το αγαθό.

Η υπαρξη του κακου στον κοσμο και η ευθυνη του Θεου

Μια δεύτερη αντίρρηση αφορά τη σχέση θεϊσμού και ανθρωπισμού. Μπορεί κανείς να πιστεύει στον Θεό και ταυτόχρονα να είναι ανθρωπιστής; Ο διάσημος υπαρξιστής Αλμπέρ Καμύ λέει πως όχι. Στην περίφημη νουβέλα του «Η πανούκλα», ο Καμύ θέτει το παρακάτω δίλημμα: «Ή θα πρέπει να ταχθεί κανείς στο πλευρό του γιατρού Μπερνάρ Ριέ, για να καταπολεμήσει την πανούκλα που έστειλε ο Θεός, ή θα πρέπει να ταχθεί στο πλευρό του ιερέα Πανελού και να αρνηθεί να τα βάλλει με την πανούκλα, φοβούμενος μήπως τα βάλλει με τον Θεό που έστειλε την πανούκλα στην πόλη. Συνεπώς ή θα είναι κανείς ανθρωπιστής στο πλευρό του γιατρού προσπαθώντας να απαλύνει τον ανθρώπινο πόνο, ή διαφορετικά θα θεωρεί κανείς τον πόνο σαν τη νομοτέλεια που όρισε ο Θεός για τον κόσμο και θα αρνηθεί να εναντιωθεί σ’ Αυτόν».

Το συμπέρασμα που βγάζει ο Καμύ είναι πως αν ο ανθρωπισμός είναι σωστός, τότε η πίστη στον Θεό είναι λάθος, επειδή ο Θεός συμπεριφέρεται απάνθρωπα και αδιάφορα προς τον πόνο και τα δεινά. Συνεπώς αποτελούν έννοιες αλληλοαποκλειόμενες.

Το δίλημμα αυτό του Καμύ βασίζεται σε μια εσφαλμένη διχοτόμηση: Υποστηρίζει πως υπάρχει ένα χάσμα ανάμεσα στην πίστη στον Θεό και στην προσπάθεια εξάλειψης του πόνου. Αντίθετα, θα μπορούσαμε ως Χριστιανοί να υποστηρίξουμε πως το να μάχεται κανείς την πανούκλα σημαίνει πως εργάζεται για τον Θεό, ο οποίος είναι ενάντιος σε κάθε θλίψη και πόνο, επειδή αυτά είναι ξένα και αντίθετα προς την Φύση Του ως αγαθού Θεού.

Ο Καμύ εσφαλμένα υποστηρίζει την άποψη ότι ο Θεός ευθύνεται για την πανούκλα, και ότι μόνο ένας ανθρωπιστής έχει το δικαίωμα να εναντιώνεται σ' αυτή. Η χριστιανική απάντηση όμως σ’ αυτή την θέση, είναι πως η πανούκλα και κατ’ επέκταση όλα τα δεινά και οι θλίψεις δεν είναι το αποτέλεσμα της θείας νομοτέλειας, αλλά το αποτέλεσμα της αμαρτίας, της αποξένωσης του ανθρώπου από τον Θεό. Η θλίψη, ο πόνος και το φυσικό κακό έρχονται ως αποτέλεσμα της αποστασίας του ανθρώπου, και αυτά ήταν και είναι πάντοτε ξένα από αυτά που δημιούργησε ο Θεός αρχικά. Ο πόνος και η θλίψη είναι κάτι το παρείσακτο και το παρασιτικό στην δημιουργία του Θεού. Σύμφωνα με την Γένεση, ο Θεός δημιούργησε έναν κόσμο απ’ τον οποίο απουσίαζε η θλίψη, η φθορά, η ασθένεια και ο θάνατος. Κάθε φορά που μάχεται κανείς το κοινωνικό κακό και τα δεινά, μάχεται καταστάσεις ξένες προς τον Θεό. Μόνο ο Χριστιανός μπορεί να είναι ανθρωπιστής, επειδή μόνο αυτός έχει το κριτήριο (την αγαθότητα του Θεού) με βάση το οποίο μπορεί και διακρίνει το αγαθό, που είναι σύμφωνο με τον χαρακτήρα του Θεού, από το κακό που είναι ξένο προς τον χαρακτήρα του Θεού. Αν λοιπόν, το φυσικό κακό – στην προκειμένη περίπτωση, η πανούκλα- δεν είναι νομοτέλεια θεσπισμένη απ’ τον Θεό, αλλά είναι παρείσακτη, τότε όχι μόνο δεν εναντιωνόμαστε στον Θεό, αλλά αντίθετα, μαχόμαστε στο πλευρό Του, επειδή Αυτός πρώτιστα μισεί και αντιμάχεται το κακό.

Τριτη αντιρρηση

Μια τρίτη αντίρρηση αφορά την ηθική βούληση του ανθρώπου, και συγκεκριμένα κύριος υποστηρικτής της υπήρξε ο Ζαν Πωλ Σαρτρ. Σύμφωνα με μια περίφημη ρήση του ο άνθρωπος «είναι καταδικασμένος να είμαι ελεύθερος». Το επιχείρημά του συνοψίζεται ως εξής: Αν είμαι ελεύθερος, τότε δεν υπάρχει Θεός. Η ελευθερία σημαίνει και υπευθυνότητα για τις πράξεις μου. Αν όμως υπάρχει Θεός, τότε δεν είμαι πλήρως υπεύθυνος γι’ αυτές. Στην πραγματικότητα αν υπάρχει Θεός δεν είμαι ελεύθερος, επειδή η ελευθερία μου περιορίζεται από τη βούλησή Του. Αλλά όμως είμαι πλήρως ελεύθερος. Δεν μπορώ να διαλέξω να μην είμαι ελεύθερος, επειδή αυτή η επιλογή μου συνιστά μια πράξη ελευθερίας και δείχνει πόσο ελεύθερος είμαι. Συνεπώς η ελευθερία μου εξαλείφει την πιθανότητα της ύπαρξης Θεού. Επειδή ή είμαι απόλυτα ελεύθερος να καθορίζω τον εαυτό μου ή αλλιώς δεν είμαι ελεύθερος, επειδή ο Θεός καθορίζει την ελευθερία μου. Είμαι όμως πράγματι ελεύθερος, οπότε δεν υπάρχει Θεός.

Όσο εύλογο κι αν είναι το επιχείρημα του Σαρτρ, ο συλλογισμός του είναι ανεπαρκής. Στηρίζεται και αυτό σε μια λάθος διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στον Θεό και στην ανθρώπινη ελευθερία. Το λάθος οφείλεται στη σύγχυση που υπάρχει στις έννοιες «προκαθορίζω» και «προγνωρίζω». Πρόκειται σαφώς για δύο διαφορετικές έννοιες.

Ο Θεός δημιούργησε όντα με πραγματικά ελεύθερη βούληση. Επίσης ο Θεός ελέγχει τον κόσμο, με το να γνωρίζει τι θα κάνουν οι άνθρωποι με την ελεύθερη βούλησή τους. Προγνωρίζοντας τι θα κάνουν οι άνθρωποι με την βούλησή τους, δεν σημαίνει πως ο Θεός προκαθορίζει τι θα πρέπει να κάνουν ενάντια στην βούλησή τους. Η άποψη που θέλει έναν Θεό να προκαθορίζει είναι ασύμβατη με έναν Θεό αγάπης, αλλά η άποψη σύμφωνα με την οποία ο Θεός απλά προγνωρίζει φαίνεται να είναι απόλυτα συμβατή με τον χαρακτήρα Του. Η αγάπη του Θεού είναι πειστική αλλά ποτέ εξαναγκαστική, επιτρέποντας στους ανθρώπους να καθορίζουν οι ίδιοι ελεύθερα τις πράξεις τους.

Επιπρόσθετα τόσο ο Θεός όσο και ο άνθρωπος είναι υπεύθυνοι για πράξεις που αφορούν την ελεύθερη βούληση. Ο Θεός επειδή δημιούργησε ελεύθερα όντα, και αυτά με την σειρά τους είναι υπεύθυνα επειδή διαλέγουν ελεύθερα –κι όχι εξαναγκαστικά- το καλό ή το κακό. Ο Θεός ευθύνεται μόνο για το γεγονός της ελεύθερης βούλησης, αλλά οι άνθρωποι ευθύνονται για τον τρόπο με τον οποίο τη χρησιμοποιούν.

Γιατι ενας καλος Θεος επιτρεπει το κακο;

Η τέταρτη αντίρρηση έχει να κάνει με τα δεινά που πλήττουν πολλές φορές αθώους. «Πώς ένας πανάγαθος και παντοδύναμος Θεός επιτρέπει την αδικία και τον πόνο αθώων;» ρωτούν. Η βία, η σκληρότητα, ο θάνατος και η αρρώστια χτυπούν πολλές φορές αθώους και - σύμφωνα με τους αθεϊστές- ένας αγαθός Θεός δεν θα το επέτρεπε. Συνεπώς –κατ’ αυτό το επιχείρημα- είτε ο Θεός είναι παντοδύναμος αλλά δεν είναι καλός ή ο Θεός είναι καλός αλλά δεν είναι παντοδύναμος.

Είναι όμως λάθος πως Θεός δεν υπάρχει αν τα δεινά πλήττουν αθώους. Και αυτό γιατί είναι πιθανόν τα δεινά να μας αξίζουν, εξαιτίας της αμαρτίας, διότι αυτή είναι που τα προκάλεσε και επίσης το έλεος του Θεού είναι που πολλές φορές μας γλιτώνει από περισσότερα. Ακόμη, αυτό που πρέπει να αποδείξουν δεν είναι ότι υποφέρουν αθώοι, αλλά ότι τα δεινά δεν πρόκειται να δικαιώσουν τους λόγους για τους οποίους ο Θεός τα επιτρέπει. Τα δεινά δεν θα έχουν την τελευταία λέξη στην ιστορία του ανθρώπου. Αυτός δεν είναι ο καλύτερος δυνατός κόσμος που θα μπορούσε να υπάρχει, αλλά είναι ο καλύτερος δυνατός τρόπος για να προκύψει ο καλύτερος δυνατός κόσμος. Μήπως όμως αν τα δεινά αποτελούν την μέθοδο του Θεού για τον καλύτερο δυνατό κόσμο, θα ήταν λάθος να προσπαθήσουμε να τα σταματήσουμε ή να τα εξαλείψουμε; Όχι. Τα δεινά δεν προωθούνται από τον Θεό, αλλά απλά επιτρέπονται. Ο Θεός ποτέ δεν δημιούργησε έναν κόσμο γεμάτο δεινά και δυστυχία. Η δυστυχία και τα δεινά οφείλονται στην αμαρτία του ανθρώπου. Γι’ αυτό ο Θεός τελικά «θα εξαλείψει κάθε δάκρυ…και ο θάνατος δεν θα υπάρχει πλέον× ούτε πένθος, ούτε κραυγή, ούτε πόνος δεν θα υπάρχουν πλέον× επειδή τα πρώτα παρήλθαν» (Αποκάλυψη 21:4).

Γιώργος Μπαλαγιάννης