Η ΑΡΡΩΣΤΙΑ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ ΥΓΕΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΗΜΕΡΙΑΣ

του Γκόρντον Φι (Gordon Fee)

Ο παγκόσμιος Χριστιανισμός έχει αρχίσει να μολύνεται ταχύτατα από μια ύπουλη αρρώστια που αποκαλείται “ευαγγέλιο της ευημερίας και της υγείας”, αλλά στον χαρακτήρα του πολύ λίγο μοιάζει στο αληθινό ευαγγέλιο. Στις πιο ξεδιάντροπες μορφές του, απλά λέει: “Υπηρέτησε τον Θεό και γίνε πλούσιος (ή υγιής)“. Στις ηπιότερες, αλλά και περισσότερο επικίνδυνες μορφές του, οικοδομεί κρυστάλλινους καθεδρικούς ναούς πολλών εκατομμυρίων δολαρίων, για να στεγάσει τη ματαιοδοξία πλουσίων Χριστιανών των προαστίων (σ.μ.: ο συγγραφέας αναφέρεται στις ΗΠΑ) ή απλά λέει: “Ο Θεός θέλει την ευημερία σου (ή την υγεία σου)“. Και το μήνυμα συνεχίζεται κάπως έτσι: “Υπάρχει στη Γραφή! Ο Θεός το λέει! Σκέψου λοιπόν τις σκέψεις του Θεού! Διεκδίκησέ το, και είναι δικό σου!” Βέβαια, όλοι οι οπαδοί του μοντέρνου τούτου ευαγγελίου δεν το παρουσιάζουν ή δεν το εφαρμόζουν με την ίδια τόλμη, αλλά και τα δύο σκέλη του – ευημερία και υγεία – μπορεί να υποστηρίζονται χωριστά. Όμως οι βιβλικές και θεολογικές διαστρεβλώσεις που ενυπάρχουν και στα δύο, είναι παρόμοιες. Πράγματι, η θεολογία αυτού του νέου ευαγγελίου μοιάζει να ταιριάζει πολύ περισσότερο στο “αμερικάνικο όνειρο”, παρά στη διδασκαλία Εκείνου που “ουκ είχε πού την κεφαλήν κλίνη”.

Θα πρέπει να υπογραμμίσω ότι τούτη η μικρή μελέτη δεν αποτελεί καμιά προσωπική επίθεση σε οποιονδήποτε. Αλλά, οπωσδήποτε όμως, το μήνυμά τους είναι μια επικίνδυνη διαστροφή της θεϊκής αλήθειας, ένα μήνυμα που απευθύνεται τελικά στην πεσμένη ανθρώπινη φύση, και όχι στη νέα ζωή του Πνεύματος. Τα προβλήματα είναι και βιβλικά και θεολογικά. Ας κοιτάξουμε πρώτα τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούν τη Γραφή.

1. Το βασικό πρόβλημα με την αίρεση της “ευημερίας” βρίσκεται ακριβώς στο σημείο που οι ίδιοι οι ευαγγελιστές της θεωρούν δύναμή τους: στην ερμηνεία της Γραφής. Πράγματι, πολλά από τα λεγόμενά τους έχουν μια βιβλική χροιά, εξαιτίας ακριβώς της οποίας πολλοί καλοπροαίρετοι άνθρωποι πέφτουν στην παγίδα. Ο Όραλ Ρόμπερτς λέει για παράδειγμα ότι το να δίνεις προτεραιότητα στα υλικά αγαθά και όχι στον Θεό, είναι αμαρτία, ενώ ο Ρόμπερτ Σούλερ υποστηρίζει σωστά ότι ο Θεός αγαπά εξίσου τον πλούσιο και τον φτωχό. Στο βιβλίο του “Οι Νόμοι της Ευημερίας”, ο Κένεθ Κόπλαντ γράφει μεταξύ άλλων: “Το χρήμα, αν και δεν είναι κακό από μόνο του, μπορεί να μετατραπεί σ’ έναν άθλιο θεό. Η πραγματική ευημερία είναι πνευματική, όπως και οικονομική. Η ευημερία δεν πρέπει να αποτελεί αυτοσκοπό, αλλά ένα μέσο για να βοηθάμε τους άλλους. Πρέπει να ‘πιάνουμε’ τον Θεό από τον Λόγο Του και να Τον εμπιστευόμαστε“. Αυτά και άλλα λέγονται, με τα οποία δεν μπορεί κανείς να διαφωνήσει. Το λάθος βέβαια δεν βρίσκεται σ’ αυτές τις μεμονωμένες αλήθειες, αλλά στη βασική γραμμή που επαναλαμβάνεται συνεχώς, για να εμπεδωθεί το μήνυμα: “Ο Θεός ΘΕΛΕΙ την οικονομική ευημερία όλων των παιδιών Του, και συνεπώς ένας Χριστιανός που βρίσκεται σε κατάσταση φτώχειας, είναι έξω από το θέλημα του Θεού και ζει κάτω από την καταδυνάστευση του Σατανά“. Και συνήθως, μαζί με αυτή την “αποκάλυψη”, ακολουθεί και μια δεύτερη: “Επειδή είμαστε παιδιά του Θεού – δηλαδή βασιλόπουλα, όπως μερικοί το τοποθετούν – θα πρέπει πάντα να ταξιδεύουμε πρώτη θέση, να έχουμε το μεγαλύτερο και καλύτερο αυτοκίνητο – μια Κάντιλακ αντί Φολκσβάγκεν – ή σπίτι κλπ., επειδή μόνο κάτι τέτοιο φέρνει δόξα στον Θεό“. Μια πραγματικά περίεργη θεολογία, αν λάβουμε υπόψη μας τη φύση της Ενσάρκωσης και της Σταύρωσης.

Αυτές οι διακηρύξεις δεν είναι βιβλικές, όσο κι αν προσπαθεί κανείς να τις ντύσει με βιβλικό μανδύα. Τα βασικά προβλήματα εδώ είναι ερμηνευτικά, δηλαδή έχουν σχέση με τον τρόπο που ερμηνεύει κανείς τη Γραφή. Ακόμα και απλοί πιστοί που μπορεί να μη γνωρίζουν τη λέξη “ερμηνευτική”, και να μην έχουν ειδική εκπαίδευση στην ερμηνεία της Αγίας Γραφής, μπορούν να καταλάβουν πού εντοπίζεται το πραγματικό πρόβλημα. Το πιο λυπηρό πράγμα σχετικά με τον τρόπο που χρησιμοποιούν τη Γραφή, είναι ο καθαρά υποκειμενικός και αυθαίρετος τρόπος με τον οποίο ερμηνεύουν τα βιβλικά κείμενα. Ο Κόπλαντ φυσικά υποστηρίζει ακριβώς το αντίθετο, αλλά οι αποδείξεις μιλούν από μόνες τους. Στην πρώτη σελίδα του βιβλίου του που αναφέραμε πιο πάνω, γράφει: “Βάζουμε τον Λόγο του Θεού πρώτον και πάνω απ’ όλα σ’ αυτή τη μελέτη, όχι αυτά που νομίζουμε ότι λέει, αλλά αυτά που πραγματικά λέει!” Αυτό ακούγεται ωραίο, αλλά τι αληθινά σημαίνει; Είναι σαφής ο υπαινιγμός ότι οι ερμηνείες που διαφέρουν από τη δική του, βασίζονται σ’ αυτά που οι άνθρωποι σκέφτονται, και όχι σ’ αυτά που λέει η Γραφή.

Παράλληλα, υποστηρίζει και την αλήθεια ότι η καλή ερμηνεία θα πρέπει να ξεκινάει από το πλήρες νόημα του κειμένου. Ωστόσο, το πλήρες νόημα του κειμένου είναι αυτό ακριβώς που ο Κόπλαντ και οι άλλοι ΔΕΝ μας δίνουν. Πρέπει να καταλάβουμε ότι το πλήρες νόημα του κειμένου αποτελεί πάντα τον πρώτο κανόνα, όπως και τον τελικό σκοπό κάθε αξιόπιστης ερμηνείας. Αλλά το “πλήρες νόημα” έχει πάντα σχέση με τους πραγματικούς σκοπούς του συγγραφέα του ιερού κειμένου και με αυτό που έπρεπε να γίνει ξεκάθαρο στους αρχικούς αποδέκτες του κειμένου. Το “πλήρες νόημα” δεν έχει καμιά σχέση με τον σύγχρονο δυτικό πιστό που θα προσπαθήσει να προσαρμόσει στην κουλτούρα του και τις συνθήκες ζωής του τη Γραφή.

Ας πάρουμε για παράδειγμα ένα από τα πιο δημοφιλή εδάφια αυτού του κινήματος, το Γ΄ Ιωάννη 2: “Αγαπητέ, περί πάντων εύχομαί σε ευοδούσθαι και υγιαίνειν, καθώς ευοδούται σου η ψυχή” (κείμενο). Ερμηνεύοντας αυτό το εδάφιο, ο Κόπλαντ λέει: “Ο Ιωάννης γράφει ότι ΠΡΕΠΕΙ να ευημερούμε και να υγιαίνουμε“. Λέει όμως στ’ αλήθεια το κείμενο κάτι τέτοιο; Η λέξη “ευοδούμαι” σημαίνει “πάω καλά, είμαι ευτυχής”, όπως όταν ένας φίλος σου γράφει, “Προσεύχομαι, αυτό το γράμμα να σας βρει όλους καλά“. Αυτός ο συνδυασμός ευχών “να πηγαίνουν καλά τα πράγματα” και “καλής υγείας” για τον παραλήπτη, αποτελούσε τον συνήθη τύπο χαιρετισμού σε μια προσωπική επιστολή κατά την αρχαιότητα. Το να πούμε ότι η ευχή του Ιωάννη στον Γάιο αναφέρεται στην οικονομική ευημερία όλων των Χριστιανών όλων των εποχών, είναι κάτι ολότελα ξένο προς το κείμενο. Ούτε ο Ιωάννης είχε τέτοιο σκοπό, ούτε ο Γάιος το αντιλήφθηκε έτσι. Γι’ αυτό και δεν μπορεί να είναι το “πλήρες νόημα” του κειμένου.

Φυσικά, μπορούμε να μάθουμε από το εδάφιο αυτό να προσευχόμαστε για τους αδελφούς μας, “να ευοδώνονται και να υγιαίνουν“, αλλά όταν υποστηρίζουμε από αυτό πως ο Θεός θέλει την οικονομική μας ευημερία, τότε το κακοποιούμε. Με τον ίδιο τρόπο ερμηνείας, θα ήταν λογικό να υποθέσουμε ότι όλοι οι μεταγενέστεροι Χριστιανοί που δεν πήγαν στον Παύλο το χοντρό του πανωφόρι (Β΄ Τιμόθεο 4:13), ήταν … έξω από το θέλημα του Θεού, ή ότι όλοι οι Χριστιανοί με στομαχικά προβλήματα δεν πρέπει να προσεύχονται για θεραπεία και να πίνουν νερό, αλλά να πίνουν λίγο κρασάκι, όπως συμβούλευσε ο Παύλος τον Τιμόθεο (Α΄ Τιμόθεο 5:23)! Επειδή, αυτά στην πραγματικότητα λέει η Γραφή σύμφωνα με τη λογική του Κόπλαντ. Θα πρέπει ακόμα να αναφερθεί ότι η “άφθονη ζωή” του Ιωάννης 10:10 δεν έχει καμιά σχέση με υλική αφθονία, όπως συνηθίζουν να διατείνονται οι ηγέτες του κινήματος αυτού. Η “ζωή” ή “η αιώνια ζωή” στο ευαγγέλιο του Ιωάννη, είναι εκφράσεις αντίστοιχες με τη “βασιλεία του Θεού” των άλλων ευαγγελίων, και εννοούν κυριολεκτικά τη “ζωή του μέλλοντα αιώνα“. Είναι η ζωή που υπάρχει μέσα στον Θεό και πηγάζει από Αυτόν, για να αποτελέσει τη δωρεά Του στους πιστούς του παρόντα αιώνα. Η λέξη “περισσόν” σημαίνει απλά ότι οι πιστοί μπορούν να απολαύσουν αυτό το δώρο της ζωής στην πληρότητά του. Η υλική αφθονία δεν περιλαμβάνεται ούτε στη λέξη “ζωή”, ούτε στη λέξη “πληρότητα”. Και ακόμα, μια τέτοια ιδέα είναι ολότελα ξένη στα συμφραζόμενα του 10ου κεφαλαίου του Ιωάννη, όπως και σε όλη τη διδασκαλία του Ιησού.

Πέρα από αυτές τις παρανοήσεις, υπάρχουν κι άλλα παραδείγματα, στο βιβλίο του Κόπλαντ ιδίως, όπου συναντούμε αυτή την κακομεταχείριση του πλήρους νοήματος του κειμένου – επειδή, ακριβώς αυτό το πλήρες νόημα αντιτίθεται στις ανεπαρκείς ερμηνείες του συγγραφέα. Σ’ αυτά τα σημεία, ο Κόπλαντ υποστηρίζει ότι η “ερμηνεία” του προέρχεται κατευθείαν από το Άγιο Πνεύμα, αλλά όταν για παράδειγμα αναφέρεται στην ιστορία του πλούσιου νέου, φτάνει στο σημείο να υποστηρίξει ότι “ο Ιησούς επιβεβαίωσε τον πλούτο του ως αποτέλεσμα μιας ζωής υπακοής στον Νόμο, και απλά τον δοκίμασε για να του ξαναδώσει όλα τα πλούτη του πίσω, και με το παραπάνω“! Μια τέτοια ερμηνεία βρίσκεται σε τέτοια αντίθεση με τον σκοπό του κειμένου, που θα έπρεπε να είναι πολύ προσεκτικός, όταν αποδίδει στο Άγιο Πνεύμα τη δική του υποκειμενική άποψη. Αλλιώς, το Άγιο Πνεύμα που ενέπνευσε το αυθεντικό κείμενο με το πλήρες νόημά του, θα βρεθεί σε αντίφαση με τον εαυτό Του. Η ερμηνευτική του Κόπλαντ και των φίλων του στην πραγματικότητα δεν επιχειρεί να μας παρουσιάσει μόνο αυτά που λέει η Γραφή. Είναι σχεδόν ολότελα υποκειμενική και δεν προέρχεται από μελέτη, αλλά από “συλλογισμό”, που στην περίπτωση του Κόπλαντ σημαίνει ένα είδος ελεύθερων συνειρμών, βασισμένων σε μια προηγούμενη αφιέρωσή του στη δική του – και εντελώς λαθεμένη – κατανόηση της Γραφής.

2. Πρέπει ακόμα να σημειωθεί ότι το “ευαγγέλιο” αυτό δεν είναι βιβλικό με την ευρύτερη σημασία του όρου, εφόσον παρουσιάζει μια κολοβωμένη εικόνα του συνόλου της Γραφής. Η επιλεκτικότητα των ηγετών του τους επιτρέπει, όχι μόνο να υιοθετούν μια άποψη που δεν διδάσκεται πουθενά στην Καινή Διαθήκη, αλλά και να αποφεύγουν προσεκτικά εκατοντάδες εδάφια που βρίσκονται σε ευθεία αντίθεση με τη διδασκαλία τους. Αυτή η ερμηνευτική επιλεκτικότητα παρατηρείται περισσότερο στις απόψεις τους για τη φτώχεια και την ευημερία, που οι ίδιοι βλέπουν ως αντικρουόμενες πραγματικότητες. Έτσι, συχνά υποστηρίζουν πως η “παραδοσιακή” χριστιανική αντίληψη θεωρεί κακή την ευημερία, και συνεπώς ο Θεός προτιμά να ζούμε στη φτώχεια. Ενάντια σ’ αυτό, αντιπαραθέτουν ότι η φτώχεια είναι κατάρα (από το Δευτερονόμιο 28:15), και συνεπώς έξω από το θέλημα του Θεού, ενώ η ευημερία είναι στο θέλημά Του. Κι αυτό, προσπαθούν να το υποστηρίξουν με ανθρώπινη σοφία, που αποτυγχάνει να λάβει σοβαρά υπόψη της τη φύση της Πτώσης και την πραγματικότητα της χάρης του Θεού για όλους. Η σοφία των ανθρώπων βλέπει πάντα τη ζωή με όρους, “το ένα πριν από το άλλο“, δηλαδή με όρους αιτίου και αποτελέσματος. Για κάθε κακό, πρέπει να υπάρχει πάντα μια συγκεκριμένη αιτία: “Ποιος αμάρτησε, αυτός ή οι γονείς του για να γεννηθεί τυφλός;” Και για κάθε καλό, ιδίως για κάθε υλική ευλογία, πρέπει να υπάρχει μια συγκεκριμένη αιτία. Κάποιοι “κανόνες” που τέθηκαν από τον Θεό, πρέπει να ακολουθούνται. Όμως η ανθρώπινη σοφία δεν είναι βιβλική. Ακόμα κι αν υπάρχουν στιγμές που ο Θεός προστατεύει τους δικούς Του, είναι ξεκάθαρο από το σύνολο της Γραφής ότι ο ήλιος και η βροχή παρέχονται εξίσου σε δικαίους και αδίκους. Οι Γαλιλαίοι που σκότωσε ο Πιλάτος, και οι δεκαοχτώ πάνω στους οποίους έπεσε ο πύργος του Σιλωάμ, δεν ήταν περισσότερο αμαρτωλοί από τους άλλους ανθρώπους, είπε ο ίδιος ο Ιησούς (Λουκάς 13:1-5). Η συμβατική σοφία των ανθρώπων απλά δεν είναι αληθινή.

Η Πτώση διαπότισε τόσο πολύ την κτίση, και επηρέασε τόσο πολύ τους ανθρώπους με τις συνέπειές της, ώστε να χρειαστεί ο Θεός να αποκαλύψει τον εαυτό Του πλήρη ελέους – ακόμα και για τον αμαρτωλό. Μερικές φορές, φαίνεται να μην υπάρχει καλή δικαιολογία, όταν ο ασεβής είναι “ευλογημένος”, και όχι ο πιστός, ή και το αντίθετο! Ακόμα κι αν ο Θεός έχει υποσχεθεί την πλήρη αποκατάσταση των παιδιών Του για τις θλίψεις ή τις αδικίες που υποφέρουν, σπάνια υποσχέθηκε άμεση αποκατάσταση. Για παράδειγμα, στο Εβραίους 11:32-39, κάποιοι μέσω της πίστης γνώρισαν μεγάλες νίκες, και άλλοι πάλι μέσω της πίστης γνώρισαν στερήσεις, θλίψεις και κακουχίες. Όλοι όμως μνημονεύονται για την πίστη τους. Κι αυτά γράφτηκαν για να ενθαρρύνουν πιστούς που “δέχθηκαν με χαρά την αρπαγή των υπαρχόντων τους” (10:34), αλλά τώρα κινδύνευαν να χάσουν το θάρρος τους. Ωστόσο, υποσχέσεις άμεσης αποκατάστασης δεν τους δίνονται, παρά μόνον εσχατολογικές (10:35,36). Κατά συνέπεια, η σοφία των ανθρώπων που διαφέρει από τη σοφία του Θεού, δεν μπορεί να αποτελεί μέρος της βιβλικής άποψης για τη φτώχεια και την ευημερία. Σύμφωνα με την πλήρη βιβλική άποψη, ο πλούτος και τα υπάρχοντα έχουν μηδενική αξία για τον λαό του Θεού.

Συχνά στην Παλαιά Διαθήκη – αλλά ποτέ στην Καινή – τα υλικά αγαθά σχετίζονται με μια ζωή υπακοής. Αλλά ακόμα και σ’ αυτή, θεωρούνται ότι εμπεριέχουν τον διπλό κίνδυνο της απόσπασης της εμπιστοσύνης του ανθρώπου από τον Θεό, και της κατοχής του … κατόχου τους. Από την άλλη πλευρά, και η φτώχεια δεν θεωρείται ως κάτι καλύτερο. Εφόσον ο Θεός έχει αποκαλυφθεί ως υποστηρικτής του φτωχού – και αυτό φαίνεται σε όλη τη Γραφή – με κανένα τρόπο δεν ευλογεί τη φτώχεια. Μάλλον αποκαλύπτει το έλεος και τη δικαιοσύνη Του γι’ αυτούς που καταπιέζουν συστηματικά οι πλούσιοι, προκειμένου να αυξήσουν ή να διατηρήσουν τα πλούτη τους. Αυτή η αδιάφορη στάση απέναντι στον πλούτο και τα υλικά αγαθά, όπου ούτε η ευημερία ούτε η φτώχεια αποτελούν αξίες, χαρακτηρίζει ολόκληρη την Καινή Διαθήκη.

Κατά τον Ιησού, τα καλά νέα του ερχομού της βασιλείας μάς ελευθερώνουν από όλες τις μέριμνες που βασανίζουν τους εθνικούς (Ματθαίος 6:32). Η βασιλεία του Θεού έχει ήδη εγκαινιαστεί πάνω στη γη από τον ίδιο τον Ιησού Χριστό, έστω κι αν ακόμα δεν έφτασε η ώρα της ολοκλήρωσής της. Ο καιρός της βασιλείας του Θεού είναι τώρα! Το μέλλον με τις νέες του αξίες προετοιμάζεται ήδη στο παρόν. Κι εμείς που έχουμε “καταληφθεί” από τη βασιλεία, βρισκόμαστε σ’ ένα σημείο όπου βλέπουμε τις παλιές μας αξίες, τον τρόπο που σκεφτόμαστε και βλέπαμε παλιά τα πράγματα, να παρέρχονται. Είμαστε πια ελεύθεροι από την τυραννία των παλιών κυρίων μας και αυτάρκεις εν Χριστώ Ιησού. Αυτός που έχει δύο χιτώνες, θα πρέπει να τους μοιράζεται με αυτόν που δεν έχει κανένα (Λουκάς 3:11), τα υπάρχοντα πρέπει να πουλιούνται και να δίνονται στους φτωχούς (Λουκάς 12:33). Πράγματι, στη νέα οικονομία ο πλούτος που δεν μοιράζεται, είναι αντίθετος με τα Καλά Νέα της βασιλείας για τους φτωχούς. Έτσι, αν κάποιος έχει πλούτη (επειδή ακριβώς δεν έχουν πραγματική αξία), μπορεί ελεύθερα να τα μοιραστεί με όσους έχουν ανάγκη. Αν όμως κάποιος δεν έχει πλούτη, δεν χρειάζεται και να τα επιδιώκει. Ο Θεός νοιάζεται για τις ανάγκες μας, σε σημείο που το παραπάνω να είναι περιττό. Ο πλούσιος που ζητάει ολοένα και περισσότερα, είναι ανόητος, γιατί η ζωή του δεν εξαρτάται από τα αγαθά του (Λουκάς 12:15).

Αυτή ακριβώς η στάση βλέπουμε να απεικονίζεται στα πρώτα κεφάλαια των Πράξεων. Η πρώτη εκκλησία δεν ήταν κοινοβιακή, αλλά απαρτιζόταν από νέες κοινότητες, τον καινούριο λαό του Θεού, που θεωρούσε ότι τίποτα δεν του ανήκε. Ο ερχομός του Αγίου Πνεύματος που σήμανε την έναρξη της νέας οικονομίας, ελευθέρωσε τους πιστούς από την επιθυμία της κατοχής. Με τον τρόπο αυτό, ήρθε η επάρκεια, και κανένας τους δεν ήταν σε ανάγκη. Η ίδια αδιάφορη στάση μπροστά στον πλούτο και τα υπάρχοντα χαρακτηρίζει και τον Παύλο. Ήταν ένας ελεύθερος εν Χριστώ άνθρωπος, που παρέμενε ευχαριστημένος όποιες και να ήταν οι περιστάσεις. Είχε γνωρίζει στέρηση και αφθονία, πείνα και χορτασμό, “μπορούσε να κάνει τα πάντα” (ακόμα και να είναι σε στέρηση και πείνα!), “διαμέσου του Χριστού που τον ενδυναμώνει” (Φιλιππησίους 4:10-13). Έπειτα, λέει γι’ αυτούς που δεν μπορούν να αρκεστούν σε τροφές και σκεπάσματα: “Όσοι βέβαια θέλουν να πλουτίζουν, πέφτουν σε πειρασμό και παγίδα, και σε πολλές ανόητες και βλαβερές επιθυμίες, που βυθίζουν τους ανθρώπους σε όλεθρο και απώλεια” (Α΄ Τιμόθεο 6:6-10). Για όσους όμως συνέβη να είναι πλούσιοι, παραγγέλλει να μεταχειρίζονται τον πλούτο τους με αδιαφορία, δηλαδή ούτε να υπερηφανεύονται, ούτε να ελπίζουν σ’ αυτόν, αλλά “να αγαθοεργούν, να πλουτίζουν σε καλά έργα, να είναι ευμετάδοτοι“, γιατί αυτός είναι ο αληθινός πλούτος (6:17,19). Αν λοιπόν στη νέα οικονομία, η ευημερία απλά δεν έχει καμιά αξία, πώς μπορεί ο Θεός να θέλει μια τέτοια μηδενική αξία για όλα τα παιδιά Του; Η αίρεση της “ευημερίας” αντιτίθεται στην αλήθεια ολόκληρης της Καινής Διαθήκης, και με κανένα τρόπο δεν είναι βιβλική.

3. Τέλος, πέρα από το ότι δεν είναι βιβλική, η θεολογία που κρύβεται πίσω από αυτή τη διαστρέβλωση του ευαγγελίου, σε πολλά βασικά της σημεία δεν είναι χριστιανική. Για λόγους συντομίας θα αναφερθώ εδώ συνοπτικά στις περισσότερο εμφανείς θεολογικές αδυναμίες.

Πρώτη: Παρά τις ενστάσεις της για το αντίθετο, η αίρεση της “ευημερίας” στην πραγματικότητα προσφέρει μια μάλλον ανθρωποκεντρική, παρά θεοκεντρική θεολογία. Αν και κάθε οπαδός της ακούει διαρκώς ότι θα πρέπει να ευημερεί για τη δόξα του Θεού, τελικά η διδασκαλία αυτή απευθύνεται στον εγωισμό μας και στην επιθυμία μας για καλοπέραση. Στην πραγματικότητα, ο μόνος που θα μπορούσε να πιστέψει αυτή την αντιβιβλική ανοησία, είναι κάποιος που το θέλει, και ο μόνος λόγος που το θέλει, είναι επειδή συγκινεί τον εγωισμό του. Πριν από πολλά χρόνια, γράφοντας για την αγιότητα του Θεού, ο Gustav Aulen προειδοποιούσε: “Η αγιότητα στέκει σαν φρουρός ενάντια σε όλες τις ευδαιμονικές και ανθρωποκεντρικές ερμηνείες της θρησκείας. Κάθε προσπάθεια να μετατρέψουμε τη χριστιανική πίστη σε μια θρησκεία ευδαιμονίας και απόλαυσης, είναι κατά συνέπεια καταδικασμένη σε αποτυχία. Ο εγωκεντρισμός μεταμφιεσμένος με τα ρούχα της θρησκείας, δεν έχει καμιά θέση στον Χριστιανισμό. Η πίστη στον Θεό δεν μπορεί να μετρηθεί και να εκτιμηθεί από την άποψη της ανθρώπινης ευτυχίας και ανάγκης, όσο κι αν αυτά εξευγενιστούν και πνευματικοποιηθούν. Ο Θεός δεν είναι κάποιος που η πίστη χρησιμοποιεί, προσβλέποντας στα μεγαλύτερα ή μικρότερα αγαθά που Εκείνος θα μπορούσε να προμηθεύσει. Ούτε είναι κάποιος που θα μπορούσαμε να καλέσουμε, προκειμένου να μας εκπληρώσει όλες τις ανάγκες και τις επιθυμίες. Όσο κι αν ο ανθρωποκεντρισμός μεταμφιέζεται με τα πιο έξυπνα κουστούμια, ο άγιος Θεός θα είναι Αυτός που πάντοτε θα τον ξεσκεπάζει. Έτσι, κάθε τάση που θέλει τον Θεό υπηρέτη των ανθρωπίνων συμφερόντων, είναι καταδικασμένη σε αποτυχία“. Αν ο Θεός είναι ο μόνος Άγιος και Παντοδύναμος, είναι επίσης και ο μόνος από τον οποίο εξαρτιόμαστε απόλυτα. Εμείς υποτασσόμαστε στη δύναμή Του, και όχι Αυτός στη δική μας!

Δεύτερο: Αυτό το πλαστό “ευαγγέλιο” παρουσιάζει μια ολότελα λαθεμένη θεολογία της προσφοράς. Στην Καινή Διαθήκη, όπως και στην Παλαιά, η αγάπη και η γενναιοδωρία του Θεού πηγάζουν από το έλεός Του, και γι’ αυτό σε κάθε τους έκφραση παρέχονται απεριόριστα. Ο Θεός αγαπά, δίνει και συγχωρεί χωρίς όρους, και η ανθρώπινη ανταπόκριση στη θεία χάρη είναι η ευγνωμοσύνη, που κι αυτή με τη σειρά της εκφράζεται προς τους άλλους με αγάπη, προσφορά και συγχώρηση χωρίς όρους. Η αίρεση της “ευημερίας” από την άλλη πλευρά, μας λέει ότι πρέπει να δώσουμε προκειμένου να πάρουμε. Δίνοντας στον Κύριο και στον φτωχό, υποστηρίζει ο Κόπλαντ, εξασφαλίζουμε τις εγγυήσεις για την ευημερία μας. Κι ακόμα περισσότερο, δεν διστάζει να παραδεχτεί ότι θα δώσει στον φτωχό, ΜΟΝΟ με τον όρο ότι θα κάτσει να ακούσει για τον Χριστό! Όσο ευγενικός κι αν φαίνεται τούτος ο σκοπός του, δεν φτάνει “να αγιάσει το μέσο” που χρησιμοποιεί για την επίτευξή του: χειραγώγηση. Είναι ένας ευαγγελισμός που στηρίζεται στην κοσμική νοοτροπία του κέρδους.

Τρίτο: Αυτή η ολοφάνερη διαστρέβλωση του ευαγγελίου τείνει να ενισχύσει έναν τρόπο ζωής κι ένα οικονομικό σύστημα που συνεχώς καταπιέζει τον φτωχό – αυτό ακριβώς που τόσο σθεναρά κατήγγειλε το μήνυμα των προφητών. Αναζητώντας περισσότερη ευημερία σε μια ήδη διαμορφωμένη κοινωνία της αφθονίας, σημαίνει ότι υποστηρίζουμε όλα τα πολιτικά και οικονομικά προγράμματα που έκαναν εφικτή μια τέτοια ευημερία, σχεδόν πάντα όμως σε βάρος των πιο αδύνατων οικονομικά ατόμων ή εθνών. Το καλύτερο λοιπόν αντίδοτο σ’ αυτή την αρρώστια, είναι μια καλή, υγιεινή δόση βιβλικής θεολογίας. Μερικές φορές, απαιτείται επώδυνη θεραπεία, αλλά είναι ο μόνος τρόπος να γλιτώσει κανείς από μια επικίνδυνη κατάσταση. Και στην περίπτωση του “ευαγγελίου” της ευημερίας, θα διακηρύξω προφητικά και θαρραλέα ότι δεν βλέπω άλλη θεραπεία από τη φοβερή κρίση του Θεού, που πρέπει πρώτα να αρχίσει από τον οίκο Του. Κάθε “ευαγγέλιο” που δεν έχει την ίδια απήχηση και εφαρμογή στους πιστούς του Μπανγκλαντές, της Καμπότζης ή της Καλιφόρνιας, ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ το ευαγγέλιο του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.

ΤΟ “ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ” ΤΗΣ ΤΕΛΕΙΑΣ ΥΓΕΙΑΣ

Το δεύτερο μέρος του “ευαγγελίου της υγείας και της ευημερίας”, σύμφωνα με το οποίο ο Θεός θέλει την τέλεια υγεία μας, διαφέρει από την αίρεση της “ευημερίας” σε αρκετά σημεία. Κατ’ αρχή, η φυσική και διανοητική (ψυχική) θεραπεία της ανθρώπινης ζωής είναι μέρος του απολυτρωτικού έργου του Θεού. Σε αντίθεση με την αίρεση της “ευημερίας”, το “ευαγγέλιο” της τέλειας υγείας αποτελεί διαστρέβλωση μιας πραγματικά βιβλικής αλήθειας. Η Καινή Διαθήκη υποστηρίζει καθαρά την πραγματικότητα της θεραπείας, είτε ως μέρος της διακονίας του Ιησού και των αποστόλων, είτε ως ένα από τα χαρίσματα που δόθηκαν στην εκκλησία, είτε καλώντας τους πρεσβυτέρους να προσεύχονται για τους ασθενείς με υπόσχεση θετικής απάντησης (Ιάκωβος 5:14,15). Κι ακόμα, ενώ τα υλικά πλούτη είναι αδιάφορα για τον λαό του Θεού (ελεύθερα τα δίνει αν έχει, αλλά δεν τα επιζητά), δεν ισχύει το ίδιο για το ανθρώπινο σώμα. Ένας τουλάχιστον από τους λόγους που οι Χριστιανοί προσεύχονται για τη θεραπεία των αρρώστων, είναι η βεβαιότητά τους ότι το σώμα, αν και προσωρινά υπόκειται στη φθορά και τον θάνατο στον παρόντα αιώνα, εντούτοις ανήκει στον Θεό και προορίζεται για την ανάσταση (Α΄ Κορινθίους 6:13,14). Ένα υγιές ή θεραπευμένο σώμα χάρη στην ελεήμονα επέμβαση του Θεού, είναι ένα σημείο για τις μελλοντικές δυνάμεις που ήδη εργάζονται στον παρόντα αιώνα. Αν λοιπόν η Γραφή και η θεολογία υποστηρίζουν την προσευχή για θεραπεία, τότε πού βρίσκεται το πρόβλημα; Ποια είναι η “αρρωστημένη” φύση του “ευαγγελίου” της τέλειας υγείας για τους Χριστιανούς; Βασικά, εντοπίζεται σε κάποιες βιβλικές και θεολογικές διαστρεβλώσεις που υποστηρίζουν ότι:

1) Ο Θεός θέλει τέλεια υγεία και πλήρη θεραπεία για κάθε πιστό.

2) Ο Θεός είναι υποχρεωμένος να θεραπεύει κάθε αρρώστια όσων έχουν πίστη (εκτός αν η αρρώστια είναι το αποτέλεσμα της παραβίασης των νόμων του Θεού για την υγεία).

Αναπόσπαστη με αυτή τη θεολογία είναι και η διδασκαλία ότι η πίστη μπορεί να αξιώσει τη θεραπεία από τον Θεό και πως οποιαδήποτε αποτυχία θεραπείας αποτελεί σφάλμα του ανθρώπου που δεν είχε αρκετή πίστη. Πολύ συχνά, αυτή η διεκδίκηση της θεραπείας περιλαμβάνει την ομολογία ότι η θεραπεία έχει ήδη γίνει, ακόμα κι αν τα συμπτώματα επιμένουν, με αποτέλεσμα να συναντά κανείς αρρώστους – ακόμα και τυφλούς! – που ισχυρίζονται ότι είναι θεραπευμένοι, αν και εξακολουθούν να υποφέρουν από τους πόνους ή να περπατούν στο σκοτάδι! Όσο κι αν η συμπάθειά μας συνοδεύει αυτούς που έπεσαν σ’ αυτή την πλάνη, θα πρέπει να αντικρούουμε την κακή βιβλική ερμηνεία και θεολογία του κινήματός τους. Όπως με τις περισσότερες μισές αλήθειες, το “ευαγγέλιο” της τέλειας υγείας προσπαθεί να βασιστεί ολοκληρωτικά στη Γραφή. Ωστόσο, η χρήση της από τους ηγέτες του κινήματος είναι λανθασμένη ακριβώς σ’ εκείνα τα σημεία, που οι ίδιοι θεωρούν “υγιή”:

1) Ανεπαρκείς ή ολότελα άστοχες ερμηνείες εδαφίων-κλειδιά.

2) Επιλεκτική χρήση εδαφίων.

3) Αποτυχία να έχουν μια ολιστική, βιβλική άποψη των πραγμάτων, και κυρίως μια αποτυχία κατανόησης της θεμελιώδους θεολογικής δομής των συγγραφέων της Καινής Διαθήκης.

Το αποτέλεσμα είναι να επαναλαμβάνουν την κορινθιακή πλάνη και να μη μπορούν να διακρίνουν ότι οι οδηγίες και προειδοποιήσεις του Παύλου στην Α΄ και Β΄ προς Κορινθίους επιστολές τούς αφορούν άμεσα – και ιδιαίτερα τα σημεία για τους ψευδαπόστολους στα κεφάλαια 10-13 της Β΄ Κορινθίους.

1. Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, ο σκοπός κάθε βιβλικής ερμηνείας είναι το “πλήρες νόημα” του κειμένου. Το πλήρες νόημα είναι φυσικά το αρχικό, πρωτότυπο μήνυμα που ο συγγραφέας επιδίωξε απλά να δώσει στους αρχικούς αναγνώστες του, ώστε αυτοί να μπορέσουν καθαρά να το κατανοήσουν. Αν και η Αγία Γραφή είναι πράγματι ένα βιβλίο για όλες τις εποχές, και μιλάει από το παρελθόν άμεσα για τη σημερινή μας κατάσταση, πρώτα μίλησε στους αρχικούς αναγνώστες της για τη δική τους κατάσταση. Έτσι, το πρώτο μέλημα της ερμηνείας δεν είναι να βρει τι λέει η Βίβλος σ’ εμάς, αλλά τι αρχικά είπε σ’ αυτούς. Ο Λόγος του Θεού δεν είναι για μας ένας νέος λόγος που τώρα μόλις ανακαλύφθηκε, αλλά ο ίδιος λόγος που αρχικά απευθύνθηκε στους παλιούς, εκεί και τότε. Και είναι ο μόνος αναγνωρισμένος Λόγος του Θεού που πρέπει να ακούγεται μέσα από τις Γραφές. Είναι κάτι στο οποίο θα επιμείνουμε, γιατί η κύρια βιβλική αποτυχία των ευαγγελιστών της “τέλειας υγείας” είναι η ερμηνεία των πρωτοτύπων κειμένων. Απλά απέτυχαν να προσδιορίσουν το νόημα ενός κειμένου μέσα από τα συμφραζόμενά του – αυτό δηλαδή που κάνει η επιστήμη της εξήγησης της Βίβλου. Τα επιχειρήματα για πλήρη και τέλεια υγεία ως του μόνου θελήματος του Θεού για όλους τους πιστούς, βασίζονται σε τρεις κατηγορίες κειμένων:

α) Η δήλωση του Παύλου ότι “ο Χριστός μάς εξαγόρασε από την κατάρα του νόμου” (Γαλάτες 3:13), συνδυασμένη με το Δευτερονόμιο 28:21,22, όπου η αρρώστια είναι μια από τις κατάρες για την ανυπακοή στον Νόμο. Υποστηρίζεται από αυτά τα κείμενα ότι η αρρώστια αποτελεί μέρος της “κατάρας του νόμου”, από την οποία ο Χριστός μάς ελευθέρωσε. Αυτή η κατηγορία κειμένων μπορεί να παραμεριστεί γρήγορα. Είναι ένα τυπικό παράδειγμα μιας ολότελα λανθασμένης ερμηνείας από το ταμείο της Γραφής, που αλιεύει λέξεις από διάφορα κείμενα με διαφορετικές χρήσεις και σημασίες, και προσπαθεί να τις “εξαναγκάσει” να αναφέρονται στο ίδιο θέμα. Έτσι, δεν υπάρχει ούτε η παραμικρή πιθανότητα να αναφερόταν ο Παύλος στις “κατάρες” του 28ου κεφαλαίου του Δευτερονομίου, όταν έγραφε πως ο Ιησούς μάς εξαγόρασε από την κατάρα του νόμου. Η απολύτρωση στην επιστολή προς Γαλάτες έχει να κάνει μόνο με ένα πράγμα: πώς μπορεί κάποιος να σταθεί δικαιωμένος μπροστά στον Θεό – μέσω της πίστης (δηλαδή με την εμπιστοσύνη στη χάρη του Θεού που παρέχει συγχώρηση και αποδοχή στους αμαρτωλούς) ή μέσω των έργων του Νόμου (δηλαδή με την υπακοή σε καθορισμένους κανόνες); Το Άγιο Πνεύμα δεν θα μπορούσε να εμπνεύσει ένα νόημα του κειμένου ολότελα ξένο σ’ αυτά που γράφει ο Παύλος στους Γαλάτες.

β) Ησαΐας 53 και η αναφορά του 53:4 στο Ματθαίος 8:17 και του 53:5 στο Α΄ Πέτρου 2:24. Από αυτά τα κείμενα, υποστηρίζεται ότι η θεραπεία περιλαμβάνεται στην απολύτρωση, όπως η συγχώρηση. Δεν μπορεί κανείς εύκολα να υποστηρίξει πως η Αγία Γραφή διδάσκει ότι η θεραπεία έχει συμπεριληφθεί στην απολύτρωση. Αν και η θέση του ιστορικού Πεντηκοστιανισμού είναι περίπου αυτή, δεν είναι λίγοι οι Πεντηκοστιανοί και οι Χαρισματικοί που δεν βλέπουν τη θεραπεία στην απολύτρωση με τον ίδιο τρόπο όπως τη σωτηρία. Θεραπεία παρέχεται επειδή η απολύτρωση έφερε απελευθέρωση από τις συνέπειες της αμαρτίας. Παρ’ όλα αυτά, αφού δεν έχουμε ακόμα λάβει την απολύτρωση των σωμάτων μας, οι θλίψεις και ο θάνατος εξακολουθούν να είναι η μερίδα μας μέχρι την ανάσταση. Πρέπει να χρησιμοποιήσει κανείς πλάγιους τρόπους για να υποστηρίξει τη σωματική θεραπεία στην απολύτρωση.

Ενώ υπάρχει πληθώρα εδαφίων που μας λένε κατηγορηματικά ότι η αμαρτία μας υπερνικήθηκε με τον θάνατο και την ανάσταση του Ιησού Χριστού, δεν υπάρχει κανένα που να λέει το ίδιο για την αρρώστια, ούτε από το Ησαΐας 53 και τις αναφορές του στην Καινή Διαθήκη. Η αναφορά του Ματθαίου 8:17 στο Ησαΐας 53:4 δεν αφορά καν στον σταυρό, αλλά θεωρεί ότι το κείμενο του Ησαΐα εκπληρώνεται με τη γήινη διακονία του Ιησού. Αυτό επιβεβαιώνεται και από τα συμφραζόμενα και από την επιλογή των ρημάτων “έλαβε” (πήρε) και “εβάστασε” (σήκωσε, αφαίρεσε). Αλλά και η αναφορά του Ησαΐας 53:5 στο Α΄ Πέτρου 2:24 δεν έχει σχέση με σωματική θεραπεία. Εδώ, η χρήση είναι μεταφορική, απλή και καθαρή. Σ’ ένα γενικό πλαίσιο όπου οι δούλοι παροτρύνονται να υποτάσσονται ακόμα και στους κακούς κυρίους τους – έστω κι αν χρειαζόταν να υποφέρουν γι’ αυτό – ο Πέτρος παραπέμπει στο παράδειγμα του Ιησού που έπρεπε να ακολουθούν οι Χριστιανοί δούλοι. Ξεκινώντας από το εδάφιο 21, χρησιμοποιεί συνεχείς αναφορές από το Ησαΐας 53, που όλες τους παρουσιάζουν τον Ιησού έχοντας υποφέρει άδικα, ως πηγή απολύτρωσης των δούλων από την αμαρτία. Έτσι ο Πέτρος λέει, “ο οποίος (Χριστός) βάσταξε ο ίδιος τις αμαρτίες μας (Ησαΐας 53:12)… για να ζήσουμε στη δικαιοσύνη, αφού πεθάναμε ως προς τις αμαρτίες. Με την πληγή του οποίου γιατρευτήκατε (Ησαΐας 53:5)”. Οι αναφορές στα εδάφια Ησαΐας 53:5,6 συνδέονται με το “επειδή”, που αιτιολογεί το είδος της γιατρειάς: “ήσασταν ως πρόβατα που περιπλανιόνταν”.

Όλα αυτά, κάνουν ξεκάθαρη την αλήθεια ότι η “θεραπεία” εδώ είναι μεταφορική, επειδή θεραπεύτηκαν από την αρρώστια της αμαρτίας. Μια τέτοια μεταφορική χρήση θα ήταν πολύ φυσική για τον Πέτρο, από τη στιγμή που η αμαρτία σαν “πληγή”, “τραύμα” ή “αρρώστια”, και η θεραπεία από αυτή την “αρρώστια”, αποτελούν συνηθισμένες εικόνες στην Παλαιά Διαθήκη. Επίσης οι αναφορές της Π.Δ. στην Α΄ Πέτρου πλησιάζουν περισσότερο στη μετάφραση των Εβδομήκοντα, οι οποίοι είχαν ήδη μεταφράσει το Ησαΐας 53:5 μεταφορικά (“αυτός δε ετραυματίσθη δια τας αμαρτίας ημών“). Ο Ματθαίος δείχνει καθαρά ότι το Ησαΐας 53:4 αναφέρεται σε φυσική θεραπεία, αλλά ως μέρος της διακονίας του Μεσσία, και όχι ως μέρος της απολύτρωσης. Ο Πέτρος αντίθετα, στο Ησαΐας 53 βλέπει τη “θεραπεία” μεταφορική και αναφερόμενη στη θεραπεία από την αρρώστια της αμαρτίας. Ούτε λοιπόν η αναφορά της Κ.Δ. βλέπει τη “θεραπεία” του Ησαΐας 53 να αναφέρεται στη φυσική θεραπεία με την απολύτρωση. Ποιος ήταν όμως ο σκοπός του ίδιου του Ησαΐα; Ο λαός Ισραήλ ήταν άρρωστος, βαριά πληγωμένος από τις αμαρτίες του (Ησαΐας 1:6,7), και ο Θεός επιθυμούσε να τον αποκαταστήσει. Γι’ αυτό, έπρεπε να έρθει κάποιος που θα δεχόταν να υποφέρει, για να μπορεί να ελευθερώνει. “Η τιμωρία που έφερε τη δική μας ειρήνη, ήταν επάνω σ’ αυτόν, και μέσω των πληγών του γιατρευτήκαμε εμείς“, λέει ο Ησαΐας για τον Μεσσία σ’ ένα από τα ωραιότερα βιβλικά εδάφια (53:5), του οποίου τα συμφραζόμενα αναφέρονται πρώτα απ’ όλα στη θεραπεία των πληγών και της αρρώστιας της αμαρτίας. Η Κ.Δ. θεωρεί τον σταυρό ως το επίκεντρο του λυτρωτικού έργου του Θεού, αλλά πουθενά δεν αναφέρει κατηγορηματικά ότι η θεραπεία συμπεριλαμβάνεται στην απολύτρωση.

γ) Μια ολόκληρη ομάδα κειμένων που μας υπενθυμίζουν ότι ο Θεός τιμά την πίστη (π.χ. Ματθαίος 9:29, Μάρκος 11:23,24, Ιωάννης 14:12, Εβραίους 11:6, Ιάκωβος 1:6-8). Τα εδάφια “πίστης” θεωρούνται ό,τι πιο σημαντικό για το κίνημα της “πλήρους υγείας”, αφού μάλιστα οι δύο προηγούμενες κατηγορίες κειμένων έχουν χρησιμοποιηθεί κι από άλλους Χριστιανούς ως βιβλική βάση για τη θεραπεία. Το επιχείρημα για την τέλεια υγεία ή την κατ’ απαίτηση θεραπεία, στηρίζεται στη θεώρηση της θεραπείας ως μέρους της απολύτρωσης (“Ο Θεός έχει προμηθεύσει θεραπεία, άρα πρέπει να θεραπεύει όταν Του ζητείται“), αρκεί να χρησιμοποιηθούν τα εδάφια “πίστης” (“Αφού η θεραπεία παρέχεται πλήρως από τον Θεό, μπορεί να εξασφαλιστεί με τη σωστή φόρμουλα πίστης“). Έτσι, η μεγάλη έμφαση σ’ αυτό το κίνημα δίνεται στην “αύξηση της πίστης των ανθρώπων“. Επειδή στη μελέτη μας αυτή δεν έχουμε τη δυνατότητα να αναφερθούμε σε όλα αυτά τα εδάφια, θα πούμε εδώ ενδεικτικά μερικά λόγια.

Όλα τα εδάφια που χρησιμοποιούν συχνά οι ηγέτες αυτού του κινήματος, δεν αναφέρονται στην πίστη στον Θεό για μια θαυματουργική Του επέμβαση. Βέβαια, αρκετά από αυτά (όπως τα Μάρκος 11:22-24 και Ιάκωβος 5:14,15) το κάνουν, και μια αποκατάσταση τέτοιων κειμένων στη ζωή της εκκλησίας δεν είναι καθόλου κακή. Πράγματι, τα εδάφια για την πίστη έχουν προκαλέσει συχνά κάποια αμηχανία στην εκκλησία. Μολονότι αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των βιβλικών κειμένων, σπάνια τα έβλεπε κανείς σε εφαρμογή, σε σημείο που να νομίζεται ότι ο βιβλικός Χριστιανισμός δεν περίμενε και πολλά από τον Θεό. Κι ενώ ο ίδιος ο Δημιουργός δείχνει ενδιαφέρον για όλες τις λεπτομέρειες της καθημερινής μας ζωής, οι προσδοκίες των Χριστιανών για το θαύμα βρίσκονται πολλές φορές κάτω από το μηδέν.

Στην πραγματικότητα, η θεολογία των οικονομιών και ορισμένες πλευρές της παράδοσης της Μεταρρύθμισης έχουν αδρανοποιήσει αυτά τα εδάφια, περιορίζοντας το θαύμα και το υπερφυσικό στα αποστολικά μόνο χρόνια. Αν και συχνά οι Ευαγγελικοί προσεύχονται, “Αν είναι Κύριε στο θέλημά Σου, Σε παρακαλώ θεράπευσέ με κλπ.”, θα μπορούσαν ακόμα και να πέσουν κάτω ξεροί, στην περίπτωση που ο Θεός απαντούσε στην προσευχή τους! Ο Θεός των περισσότερων Ευαγγελικών είναι Θεός του συνηθισμένου. Από την άλλη πλευρά, υπάρχει ένας τρόπος ερμηνείας αυτών των εδαφίων, που μπορεί να προκαλέσει διακωμώδηση του θείου θελήματος. “Ο Θεός μάς δίνει οτιδήποτε ζητούμε“, ακούγεται η πολεμική κραυγή. Ευτυχώς βέβαια, ο Θεός δεν μας παραχωρεί οτιδήποτε ζητούμε, επειδή τα αιτήματά μας βασίζονται στην περιορισμένη γνώση μας, και πολύ συχνά εκφράζουν τα εγωιστικά μας συμφέροντα. Μπορούμε μόνο να δοξάζουμε τον Θεό, που δεν απαντά κάθε προσευχή που “έγινε με πίστη”. Ο Εζεκίας, για παράδειγμα, είδε την προσευχή του να απαντιέται και να παίρνει παράταση ζωής για δεκαπέντε ακόμα χρόνια, στη διάρκεια των οποίων απέκτησε γιο τον Μανασσή! Το ζητούμενο λοιπόν με αυτά τα εδάφια, δεν είναι “πώς να τα κάνουμε να δουλέψουν για μας“, αλλά πώς θα τα κατανοήσουμε στο φως της πλήρους βιβλικής αποκάλυψης. Ποια είναι η σχέση τους με την πραγματικότητα της παντοδυναμίας του Θεού και των σχεδίων Του για το σύνολο της ανθρωπότητας; Το κύριο ζήτημα γι’ αυτή την έρευνα είναι το αν ο Θεός θέλει για όλους τους Χριστιανούς τέλεια υγεία. Αν αυτό ήταν αληθινό – και δεν υπάρχει ούτε ένα εδάφιο να το υποστηρίζει – τότε η “αποτυχία” να θεραπευτεί κανείς θαυματουργικά, θα ήταν πράγματι μια αποτυχία της πίστης του. Αν όμως δεν είναι αληθινό – και δεν φαίνεται να είναι – τότε η πίστη δεν πιστεύει μόνο για θεραπεία, αλλά γνωρίζει επίσης να εμπιστεύεται τον Θεό, όταν οι συνέπειες της Πτώσης εξακολουθούν να συνοδεύουν αυτήν εδώ τη ζωή μας.

2. Όπως και το έτερό του ήμισυ, το “ευαγγέλιο της ευημερίας”, έτσι και αυτό της “τέλειας υγείας” είναι ένοχο ερμηνευτικής επιλεκτικότητας. Χρησιμοποιούνται δηλαδή μόνο όσα εδάφια ταιριάζουν στο σχήμα του, ενώ μια ολόκληρη σειρά ερμηνευτικών ακροβασιών έχει επινοηθεί, για να αποφευχθούν ή να δικαιολογηθούν τα εδάφια που ενοχλούν. Μαζί με αυτά, υπάρχει και μια επιμονή στη χρήση της ανθρώπινης, συμβατικής σοφίας ως βιβλικής. Υποστηρίζεται δηλαδή ότι κάθε παιδί του Θεού θα έπρεπε να απολαμβάνει τέλεια υγεία, απλά επειδή είναι παιδί του Θεού. Αν κατά συνέπεια κάποιος δεν θεραπεύεται, οφείλεται στην έλλειψη πίστης του στον Θεό. Όλα τούτα βέβαια, αρνούνται να πάρουν στα σοβαρά τη Γραφή, την Πτώση και τη χάρη του Θεού για όλους τους ανθρώπους.

Σύμφωνα με την άποψή τους, ο Χριστός μάς ελευθέρωσε από την κατάρα, με αποτέλεσμα να διαφωνούν με τη βιβλική θέση που βλέπει την Πτώση να διαποτίζει όλη την κτίση. Η ίδια η Γραφή είναι πολύ πιο ρεαλιστική – και φυσικά πολύ πιο ελπιδοφόρα. Ο Θεός έχει αποκαλυφθεί να έχει απεριόριστη δύναμη και πόρους, και αποδεικνύεται συστηματικά δυνατός για λογαριασμό του λαού Του. Όμως τα παιδιά Του εξακολουθούν να ζουν τις λυτρωμένες τους ζωές μέσα σ’ έναν πεσμένο κόσμο, όπου ολόκληρη η κτίση, συμπεριλαμβανομένου και του ανθρωπίνου σώματος, βρίσκεται στη “δουλεία της φθοράς” (Ρωμαίους 8:21), και θα συνεχίσει να είναι, μέχρι να λάβουμε “την απολύτρωση του σώματός μας” (Ρωμαίους 8:23). Η Γραφή αναφέρει πολλά θαύματα του Ελισσαιέ, μεταξύ των οποίων και θεραπείες. Δεν παραλείπει όμως να αναφέρει ότι ο ίδιος ο προφήτης πέθανε από αρρώστια! “Και ο Ελισσαιέ αρρώστησε την αρρώστια του από την οποία και πέθανε” (Β΄ Βασιλέων 13:14). Παρόμοια ο Στέφανος δεν μπορεί να κατηγορηθεί ότι μαρτύρησε λόγω … έλλειψης πίστης ή ο Ιάκωβος, που φονεύθηκε με μάχαιρα (Πράξεις 12:2).

Τα μεγαλύτερα όμως προβλήματα προκαλούν στο “ευαγγέλιο” αυτό οι απόψεις του απόστολου Παύλου. Από τη μια μεριά, η διακονία του συνοδεύεται από “σημεία, τεράστια και θαύματα” (Β΄ Κορινθίους 12:12, Ρωμαίους 15:19), κι από την άλλη, ούτε αυτός ούτε οι συνεργάτες του χαίρουν πάντα άκρας υγείας. Ποτέ όμως οι αρρώστιες τους δεν αποδόθηκαν σε έλλειψη πίστης, ούτε και η αποθεραπεία τους σε μεγάλη πίστη. Ο Επαφρόδιτος “ασθένησε μέχρι θανάτου, ο Θεός όμως τον ελέησε” (Φιλιππησίους 2:26). Ο Τρόφιμος αφέθηκε από τον Παύλο ασθενής στη Μίλητο (Β΄ Τιμόθεο 4:20), ενώ για τις συχνές στομαχικές διαταραχές του Τιμόθεου, ο Παύλος δεν του λέει να προσεύχεται ή να ασκήσει πίστη για τη θεραπεία του, αλλά απλά τον συμβουλεύει να πίνει λίγο κρασάκι (Α΄ Τιμόθεο 5:23). Γιατί άραγε οι “ευαγγελιστές” του κινήματος της “τέλειας υγείας” να μην κάνουν τούτο το εδάφιο μέρος της θεραπευτικής τους διακονίας; Μερικοί υποστηρίζουν ότι σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, και ιδιαίτερα στην τελευταία, ο Παύλος φανερώνει μια … έλλειψη πίστης. Όμως μια τέτοια προσέγγιση πρέπει σθεναρά να αντικρούεται, γιατί σημαίνει σφετερισμό της εξουσίας για κρίση, που έχει μόνο το Άγιο Πνεύμα. Αν πιστεύουμε πως ολόκληρη η Γραφή είναι εμπνευσμένη από το Άγιο Πνεύμα, τότε Αυτός ενέπνευσε “κρασί για το στομάχι” στην περίπτωση του Τιμόθεου, ακριβώς όπως ενέπνευσε επίθεση χεριών και επάλειψη του ασθενούς με λάδι στο Ιάκωβος 5:14,15.

Ακόμα μεγαλύτερα προβλήματα όμως δημιουργούν οι φυσικές αρρώστιες και τα βάσανα του ίδιου του Παύλου, του οποίου το σώμα ήταν αδύναμο ή ασθενικό (Β΄ Κορινθίους 10:10). Πράγματι, ο ίδιος γράφει ότι πάντοτε περιέφερε στο σώμα του τη νέκρωση του Ιησού (Β΄ Κορινθίους 4:11), μια σαφής αναφορά στις σωματικές του αδυναμίες, σύμφωνα με τα συμφραζόμενα. Πιο κάτω, “στενάζει” μέσα στο φυσικό του σώμα, επιποθώντας να το αντικαταστήσει με το ουράνιο κατοικητήριο (4:16, 5:1,2). Στους Γαλάτες κήρυξε με ασθένεια της σάρκας (4:12-15), που ήταν πιθανότατα κάποιο πρόβλημα στο μάτι. Είτε αυτό, είτε κάτι άλλο, ήταν επίσης ο “σκόλοπας στη σάρκα” (Β΄ Κορινθίους 12:7), για τον οποίο δεν υπάρχει αμφιβολία ότι επρόκειτο για σωματικό πρόβλημα. Μερικοί βέβαια υποστηρίζουν ότι η “σάρκα” είναι η αμαρτωλή φύση του Παύλου, και άλλοι, κάποιο πρόσωπο (αγγελιαφόρος) από τον Σατανά, που προσπαθούσε να εκμεταλλευτεί τις αμαρτωλές τάσεις του Παύλου. Είναι σαν να προσπαθεί να παίξει κανείς με το κείμενο, τα συμφραζόμενά του, αλλά και τη θεολογία του Παύλου σχετικά με τη ζωή εν Πνεύματι (Γαλάτες 5, Ρωμαίους 8). Ο πιο συνηθισμένος τρόπος να ξεπεράσει κανείς αυτά τα κείμενα, είναι να υποστηρίξει μια διάκριση μεταξύ θλίψεων και αρρώστιας.

Οι θλίψεις είναι για μας κάτι εξωτερικό που έρχεται ως συνέπεια της πίστης μας στον Χριστό. Θλίψεις, λένε, υπέφερε ο Παύλος, και το ίδιο θα πρέπει να περιμένουμε κι εμείς. Η αρρώστια από την άλλη πλευρά, αποτελεί μέρος της Πτώσης και της κατάρας, που έχουν τώρα νικηθεί από τον Χριστό. Αυτός ο διαχωρισμός όμως δεν μπορεί να υποστηριχθεί βιβλικά, όχι γιατί οι βιβλικοί συγγραφείς δεν γνωρίζουν τις διαφορές, αλλά γιατί απλά δεν κάνουν τέτοιες διακρίσεις. Η καλύτερη απόδειξη αυτού του γεγονότος είναι ότι τόσο στην Παλαιά, όσο και στην Καινή Διαθήκη, η πιο συνηθισμένη λέξη για την αρρώστια είναι η λέξη “ασθένεια” (αδυναμία), ώστε συχνά τα συμφραζόμενα και μόνο να μας αποκαλύπτουν το είδος της “ασθένειας” αυτής. Ο προφανής λόγος γι’ αυτή τη χρήση είναι ότι κάθε κακό θεωρείται αποτέλεσμα της Πτώσης, και όχι μόνο η αρρώστια. Και ο Θεός μπορεί και ελευθερώνει από κάθε κακό, και όχι μόνο την αρρώστια. Αλλά και στις δύο περιπτώσεις ο Θεός δεν ελευθερώνει πάντα. Ακριβώς όπως ο Σατανάς ήταν υπεύθυνος για τον σκόλοπα στη σάρκα του Παύλου, παρόμοια εμποδίστηκε από τον Σατανά να επιστρέψει στη Θεσσαλονίκη (Α΄ Θεσσαλονικείς 2:18), αλλά δεν υπάρχει καμιά ένδειξη αποτυχίας για τον Παύλο ή τον Θεό. Η αρρώστια συνεπώς δεν είναι κάποιο ξεχωριστό μέρος της Πτώσης, από το οποίο απαιτείται να ελευθερωθούμε. Είναι απλά ένα μέρος του συνόλου της πεσμένης κατάστασης. Έχουμε την υπόσχεση της θεραπείας, αλλά υπάρχει στον παρόντα κόσμο και μια θέση για “λίγο κρασάκι” για τις συχνές ασθένειες κάποιου.

3. Ο τρίτος τομέας αδυναμίας στη βιβλική ερμηνεία του κινήματος, συνδέεται στενά με αυτό που μόλις ειπώθηκε. Είναι η αποτυχία να έχει ή να δημιουργεί μια επαρκή βιβλική θεολογία. Η βασική δομή της θεολογίας της Κ.Δ. είναι εσχατολογική, δηλαδή έχει σχέση με τον ερχομό του Τέλους. Μέχρι την πρώτη έλευση του Χριστού, οι ιουδαϊκές ελπίδες για σωτηρία είχαν γίνει εντελώς εσχατολογικές. Θεωρούσαν τον παρόντα κόσμο κάτω από την κυριαρχία του Σατανά, και συνεπώς ολότελα κακό. Πονηροί άνθρωποι κυβερνούσαν και καταπίεζαν τους δίκαιους. Οι Ιουδαίοι είχαν φτάσει στο σημείο να μην περιμένουν καμιά σωτηρία μέσα στην ιστορία. Απέβλεπαν στον Θεό για την αποκατάστασή τους, φέρνοντας ένα τέλος στον παρόντα κόσμο. Κι Εκείνος θα το έκανε μέσω του Μεσσία, που θα έκρινε το κακό και θα εγκαινίαζε τη νέα εποχή της Βασιλείας του Θεού. Μέσα σ’ αυτό το είδος ελπίδας ήρθε ο Ιησούς. Εξάγγειλε την παρουσία της Βασιλείας μέσα στη διακονία Του και προχώρησε στη φανέρωσή της θεραπεύοντας αρρώστους, εκβάλλοντας δαιμόνια και αποδεχόμενος τους απόκληρους. Η εσχατολογική έξαψη έφτασε στο αποκορύφωμά της. Αντί όμως να εισαγάγει την ένδοξη εποχή των προσδοκιών τους, ο Ιησούς σταυρώθηκε και οι ελπίδες έσβησαν. Υπήρξε τότε μια ένδοξη συνέχεια. Αναστήθηκε από τους νεκρούς! Σίγουρα τώρα είχε έρθει η ώρα της Βασιλείας, σκέφτηκαν οι μαθητές Του. Εκείνος όμως επέστρεψε στον Πατέρα και έστειλε το Άγιο Πνεύμα της υπόσχεσης. Εδώ ακριβώς αρχίζουν τα προβλήματα και για την πρώτη εκκλησία και για μας σήμερα. Ο Ιησούς ανακοίνωσε ότι η ερχόμενη Βασιλεία είχε φτάσει με τον δικό Του ερχομό. Η έλευση του Πνεύματος με πληρότητα και δύναμη ήταν ακόμα ένα σημείο ότι η νέα εποχή είχε φτάσει. Όμως το τέλος του αιώνα (κόσμου) τούτου δεν είχε ακόμα λάβει χώρα. Το κακό και οι συνέπειές του είναι ακόμα πολύ εμφανή. Πώς θα το συμβίβαζαν αυτό;

Πολύ εύκολα, αρχίζοντας με το κήρυγμα του Πέτρου στο Πράξεις 3, η εκκλησία άρχισε να συνειδητοποιεί ότι ο Ιησούς δεν είχε έρθει για να εγκαινιάσει το … τέλος του Τέλους, αλλά την αρχή του Τέλους. Με τον θάνατο και την ανάσταση του Ιησού, και με τον ερχομό του Πνεύματος, οι ευλογίες και τα οφέλη του Μέλλοντος είχαν ήδη έρθει. Κατά μια έννοια, το Τέλος είχε ήδη έρθει. Αλλά κατά μια άλλη έννοια, δεν είχε έρθει ακόμα πλήρως. Έτσι, έβλεπαν τη Βασιλεία και τη σωτηρία ως “ήδη” και ταυτόχρονα “όχι ακόμα”. Οι πρώτοι πιστοί έβλεπαν τους εαυτούς τους ως αληθινά εσχατολογικό λαό, που ζούσε ανάμεσα στις εποχές – δηλαδή, ανάμεσα στην εποχή της αρχής του Τέλους και στην εποχή του τέλους του Τέλους.

Στην Θεία Ευχαριστία, γιόρταζαν την εσχατολογική τους ύπαρξη, εξαγγέλλοντας “τον θάνατο του Κυρίου, μέχρι την έλευσή του” (Α΄ Κορινθίους 11:26). Γνώριζαν ήδη τη δωρεάν και πλήρη συγχώρηση του Θεού, αλλά δεν είχαν ακόμα τελειοποιηθεί (Φιλιππησίους 3:7-14). Ο θάνατος ήταν ήδη δικός τους (Α΄ Κορινθίους 3:22), αλλά δεν είχε ακόμα έρθει (Φιλιππησίους 3:20-22). Ζούσαν ήδη εν Πνεύματι, αλλά εξακολουθούσαν να ζουν και στον κόσμο όπου ο Σατανάς μπορούσε να επιτίθεται. Είχαν ήδη δικαιωθεί και δεν αντιμετώπιζαν κατάκριση, αλλά εξακολουθούσε να υπάρχει μια μελλοντική κρίση. Ήταν ο “μελλοντικός λαός” του Θεού. Εξαρτιόνταν από το μέλλον, ήξεραν τα οφέλη του και ζούσαν στο φως των αξιών του. Ταυτόχρονα όμως έπρεπε να ζουν αυτά τα οφέλη και τις αξίες στον παρόντα κόσμο. Το πρόβλημα στην Κόρινθο – και αυτό που επαναλαμβάνει το “ευαγγέλιο της υγείας και της ευημερίας” – ήταν η έμφαση του “ήδη” με τέτοιον τρόπο, που σχεδόν αρνούνταν τη συνεχιζόμενη παρουσία του κόσμου τούτου. Έβλεπαν τον Ιησού μόνο υψωμένο και δοξασμένο, αλλά όχι και σταυρωμένο. Πίστευαν ότι το μόνο πράγμα που δόξαζε τον Θεό, ήταν σημεία και τεράστια και δύναμη. Επειδή ο Θεός θεραπεύει, πρέπει να θεραπεύει τον καθένα. Δεν υπάρχει έδαφος για αδυναμία ή πείνα ή δίψα γι’ αυτό το είδος εσχατολογικής ύπαρξης.

Η λαθεμένη αυτή θεολογία βρίσκεται στην ίδια την καρδιά της απόρριψης του Παύλου από τους Κορινθίους. Οι σωματικές του αδυναμίες δεν ικανοποιούσαν τη δική τους αντίληψη για τον απόστολο. Ένας απόστολος έπρεπε να είναι “πνευματικός”, εύγλωττος, ένδοξος και απόλυτα υγιής. Απέρριπταν τον Παύλο και τη θεολογία του σταυρού (με τα συνεχή βάσανα στον παρόντα αιώνα), επειδή θεωρούσαν τους εαυτούς τους “πνευματικούς” και λυτρωμένους από τέτοια αδυναμία. Στα μάτια τους, ο Παύλος έμοιαζε με οτιδήποτε άλλο εκτός από απόστολο του “ένδοξου” Ιησού τους. Ο Παύλος δοκίμασε τα πάντα για να τους ξαναγυρίσει στο ευαγγέλιο. Στο Α΄ Κορινθίους 1:18-25, τους θυμίζει ότι το ευαγγέλιο έχει ως βάση του ένα “σταυρωμένο Μεσσία“. Για τους Κορινθίους ήταν σαν να έλεγε “ζεστός πάγος”. Μεσσίας σημαίνει δύναμη, δόξα, θαύματα. Σταύρωση σημαίνει αδυναμία, ντροπή, βάσανα. Έτσι, δέχονταν με χαρά τους ψευδαπόστολους που κήρυτταν “άλλο ευαγγέλιο” με “άλλον Ιησού” (Β΄ Κορινθίους 11:4), και καταδίκαζαν τον Παύλο για τη σωματική του αδυναμία (10:10). Στο Α΄ Κορινθίους 4:8-13, δοκίμασε την ειρωνεία. “Έχετε ήδη ό,τι θέλετε! Μπήκατε ήδη στη βασιλεία σας, και χωρίς εμάς!” τους λέει. Έπειτα, με απόλυτα εύστροφα χτυπήματα, τους εκμηδενίζει με μια σειρά δυνατών αντιθέσεων ανάμεσα σ’ αυτόν και σ’ εκείνους, δίνοντας τον εαυτό του ως παράδειγμα του τι σημαίνει να ζει κανείς το μέλλον στον παρόντα αιώνα.

Στη Β΄ Κορινθίους, κεφάλαια 3-6, προσπαθεί να εξηγήσει την αληθινή φύση της αποστολικής ιδιότητας, που έχει ένα ένδοξο μήνυμα με έναν πολύ λιγότερο ένδοξο αγγελιαφόρο. “Έχουμε μάλιστα τούτο τον θησαυρό μέσα σε χωμάτινα σκεύη, ώστε η υπερβολή της δύναμης να είναι του Θεού, και όχι από μας“, λέει στο 4:7. Τελικά, στη Β΄ Κορινθίους, κεφάλαια 10-13, επιτίθεται ανοικτά στους ψευδοδιδασκάλους. Για να το κάνει, παίζει τον ρόλο του “τρελού” των αρχαίων θεατρικών έργων. Ο Παύλος αναγκάζεται να καυχηθεί εξαιτίας των αντιπάλων του, αλλά σε τι καυχιέται; Σε όλα εκείνα που δεν άρεσαν στους Κορινθίους – στις αδυναμίες του. Με μεγάλη ειρωνεία παραβάλλει τον εαυτό του με τις καυχήσεις των ψευδαποστόλων με τις σπουδαίες οράσεις και τις ιστορίες θαυμάτων. Ωστόσο, διατηρώντας τη γραμμή του, η όρασή του καταλήγει να μην έχει κάποια μεγάλη αποκάλυψη (σύμφωνα με το 12:4, ούτε του επιτράπηκε να μιλήσει για το περιεχόμενό της!), και η ιστορία του για θαύματα δεν είχε θαύμα! Και όλα αυτά, επειδή ο Παύλος ήταν ένας αληθινός μαθητής του σταυρωμένου Ιησού Χριστού. Η δύναμη του Θεού φανερώνεται τέλεια, όχι στην απελευθέρωση του Μεσσία Του από τον σταυρό, ούτε από την απελευθέρωση του αποστόλου Του από τις φυσικές ταλαιπωρίες, αλλά στην ίδια τη σταύρωση και στην αδυναμία του απόστολου. Έτσι, οι οπαδοί της “τέλειας υγείας” απλά επαναλαμβάνουν την κορινθιακή πλάνη. Το βρίσκουν αδύνατο να ζουν στην ένταση ανάμεσα στο “ήδη” και στο “όχι ακόμα”. Επειδή ο Θεός έχει ήδη εγκαινιάσει τη Βασιλεία Του, απαιτούν όλα τα πράγματα του μέλλοντος στον παρόντα αιώνα – εκτός από την τελική ανάσταση. Αλλά οι επιστολές Α΄ και Β΄ Κορινθίους αντιτίθενται σ’ αυτή την πρόωρα πραγματοποιημένη εσχατολογία τους.

Ο Παύλος έζησε μια ελεύθερη, χαρούμενη ζωή στο “ήδη” (σε ανάγκη και σε αφθονία, σε αρρώστια και σε υγεία), επειδή γνώριζε ότι ο Θεός είχε εξασφαλίσει τη ζωή του για το μέλλον – ακόμα κι αν αυτό δεν είχε ακόμα πλήρως πραγματοποιηθεί. “Ο θάνατος είναι δικός μας“, λέει ο Παύλος, αλλά ακόμα πεθαίνουμε. Το ίδιο με τη θεραπεία. Είναι δική μας, αλλά τα σώματά μας δεν έχουν ακόμα τελειοποιηθεί. Και στον παρόντα αιώνα, ακόμα και κάποιοι από τους εκλεκτότερους υπηρέτες του Θεού συνεχίζουν να τελειοποιούνται μέσα από τα παθήματα, όπως και ο ίδιος ο Γιος του Θεού (Εβραίους 5:8,9). 4.

Ένας τελικός θεολογικός λόγος. Πάλι, όπως με το σκέλος της “ευημερίας”, το κήρυγμα της τέλειας θεραπείας τείνει να τονίζει τη λάθος συλλαβή. Η θεραπεία ανήκει τελικά στον Θεό, θα βεβαιώσουν, αλλά στην πράξη είναι το αποτέλεσμα της πίστης του ανθρώπου. Πράγματι, βλέπουν τον Θεό σαν να έχει κάποια υποχρέωση σ’ εμάς γι’ αυτό το θέμα.

Η θεραπεία γι’ αυτούς, είναι κάτι που πρέπει να κάνει ο Θεός εκτελώντας τις διαταγές μας, και όχι μια έκφραση της απεριόριστης χάρης Του. Όσο σωστή κι αν φαίνεται αυτή η τελευταία φράση, ο Θεός στην πραγματικότητα δεν είναι υποχρεωμένος να κάνει τίποτα. Ο Θεός είναι ελεύθερος να είναι Θεός. Είναι κυρίαρχος σε όλα τα πράγματα και δεν βρίσκεται κάτω από τον δικό μας έλεγχο. Η επόμενη φράση μιας υγιούς βιβλικής θεολογίας θα είναι: Αν και ο Θεός δεν είναι υποχρεωμένος να κάνει τίποτα, κάνει τα πάντα με τη χάρη Του. Καμιά θεραπεία δεν έγινε ποτέ επειδή την αξίζαμε. Είναι πάντα μια έκφραση της χάρης του Θεού.

Κάποιοι θα ρωτήσουν, “Αν ο Θεός δεν είναι υποχρεωμένος να κάνει τίποτα, τότε γιατί να προσευχόμαστε; Γιατί να μην περιμένουμε απλά να ενεργήσει κυριαρχικά;” Η απάντηση είναι απλή: Επειδή ο Θεός απαντά προσευχές. Το μυστήριο της πίστης είναι ότι υπάρχει μια θαυμαστή σχέση ανάμεσα στην αίτηση και την εμπιστοσύνη μας, και σ’ αυτό που γίνεται για μας. Ο Θεός δεν είναι υποχρεωμένος να απαντά σε προσευχές, αλλά το κάνει. Ο Θεός δεν είναι υποχρεωμένος να θεραπεύει, αλλά το κάνει κατά χάρη. Άρα η θεραπεία δεν είναι μια θεϊκή υποχρέωση, αλλά ένα θεϊκό δώρο. Και ακριβώς επειδή είναι δώρο, δεν μπορούμε να το απαιτούμε. Μπορούμε όμως να Τον εμπιστευτούμε ότι θα τα κάνει όλα καλά!

Μετάφραση κατόπιν αδείας του βιβλίου “The Disease of the Health and Wealth Gospels” από τον Ροβέρτο Στράντζαλη

Ο Gordon Fee είναι συγγραφέας πολλών χριστιανικών βιβλίων και καθηγητής της Καινής Διαθήκης στο κολέγιο Ρίτζεντ, στο Βανκούβερ του Καναδά.

ΠΡΟΤΑΣΗ ΓΙΑ ΒΙΒΛΙΟ:

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΕΠΙΤΥΧΙΑ; ΕΝΑΣ ΛΟΓΟΣ ΣΤΑ ΝΕΑ ΡΕΥΜΑΤΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ -M.BASILEA SCHLINK (ΑΔΕΛΦΕΣ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ). Κριτική στο Ευαγγέλιο Υγείας και Ευημερίας. Κανονικά εξαντλημένο. Ανατυπώθηκαν μερικά αντίτυπα κατόπιν αδείας. 44 σελ. 3,00 / 1,50 € (50%) Για παραγγελία: στείλτε EMAIL ή τηλεφωνήστε στο 6977831531.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *