Η Πτώση του ανθρώπου: Μύθος, Θρύλος ή Ιστορία;

ΤΟΥ E.YOUNG

Το δεύτερο κεφάλαιο της Γενέσεως, ετοιμάζει το έδαφος για όλα όσα Θα εξιστορηθούν στο τρίτο κεφάλαιο. Τα δύο αυτά κεφάλαια είναι ενωµένα, είναι αλληλένδετα. Διαβάζοντας το δεύτερο κεφάλαιο καταλαβαίνουμε πως βήμα προς βήμα ο νους και οι σκέψεις μας προετοιµάζονται για κάποιο συνταρακτικό γεγονός που θα συµβεί.
Συμβαίνει ακριβώς στο ξεκίνημα του τρίτου κεφαλαίου, που αρχίζει με τα εξής λόγια: «Ο Δε όφις» στα οποία δίνεται έµφαση. Λέξεις που τίθενται, µπροστά στις εβραϊκές προτάσεις είναι εμφατικές λέξεις και εδώ ακριβώς µε το «Ο Δε όφις» το ζώο αυτό έρχεται στο προσκήνιο και η προσοχή μας εστιάζεται επάνω του.

Μας δίνεται η πληροφορία ότι ο όφις «ήτο το φρονιµότερον πάντων των ζώων του αγρού τα οποία έκαµε Κύριος ο Θεός». Η κατανόηση αυτής της δηλώσεως είναι αρκετά δύσκολη. Με την λέξη “όφις”, υπονοείται απλώς ένα κοινό φίδι.
Δεν υπάρχει κανένας λόγος να κατανοήσουµε οτιδήποτε άλλο με αυτήν την λέξη. Αλλά εγείρεται το ερώτηµα. Με ποια έννοια μπορούµε να µιλήσουµε για ένα φίδι ότι είναι φρόνιµο ή έξυπνο; Σε πολλούς μύθους είναι συνήθως η αλεπού που είναι έξυπνη και η οποία πάντοτε σοφίζεται και βρίσκει τρόπους για να ξεγελάσει κάποιον. Όµως κανείς δεν σκέπτεται ότι το φίδι είναι κάτι τέτοιο. Τι εννοεί λοιπόν η Αγία Γραφή όταν µας λέγει πως ο όφις ήταν το φρονιμότερο πάντων των ζώων; Η δήλωση αυτή φαίνεται πως γίνεται σε σχέση µε αυτό που ακολουθούν, όταν ο άνθρωπος πειράζεται διανοητικά και σε σχέση µε την υποταγή στον Θεό. Φυσικά, µπορούµε να ρωτήσουµε και πάλι, πως μπορεί ο όφις να αποκαλεστεί φρόνιµος µε αυτήν την έννοια; Η φράση, μας πηγαίνει στο παρασκήνιο κατά κάποιον τρόπο και απλώς σημειώνει πως ο όφις είχε τη δυνατότητα, χρησιμοποιούµενος από τον Σατανά, να πειράξει τον άνθρωπο. Περισσότερο από αυτό είναι δύσκολο να πούμε, σημειώνουµε πάντως πως ο όφις είναι πλασµένος από τον Θεό και είναι «το φρονιµότερον πόντων των ζώων του αγρού τα οποία έκαµε Κύριος ο Θεός». Ο Θεός εποίησε όλα τα ζώα. Αλλά ο όφις είναι εξυπνότερος από όλα αυτά. Μιλά στη γυναίκα και λέγει: «Τω όντι είπεν ο Θεός, Μη φάγητε από παντός δένδρου του παραδείσου;».

Προτού ασχοληθούμε με αυτό το ερώτηµα, θα πρέπει να σηµειώσουµε ότι ο όφις μιλά λαμβάνοντας υπόψη το δεύτερο κεφάλαιο της Γενέσεως, αυτό είναι κάτι το αιφνιδιαστικό. Επανερχόμαστε στο θέµα της ονοµασίας των ζώων από τον Αδάμ. Ενεργώντας κατά τον γνωστό τρόπο ο Αδάμ ενήργησε σαν πλάσμα κατ’ εικόνα του Θεού. Μόνον αυτοί που είναι πλασμένοι κατ’ εικόνα και οµοίωση Θεού έχουν την ικανότητα να ομιλούν και να σκέπτονται. Τα ζώα δεν έχουν αυτήν την ικανότητα. Δεν μπορούν να κατατάξουν τον άνθρωπο, όπως ο άνθρωπος μπορεί να τα κατατάξει. Δεν μπορούν να περιγράψουν τον άνθρωπο όπως µπορεί ο άνθρωπος να τα περιγράψει. Ο Άνθρωπος δεν είναι ο βοηθός τους, αυτά όμως είναι βοηθοί του ανθρώπου. Το βιβλίο της Γενεσεως, φανερώνει μια βαθειά διάκριση μεταξύ των δυο. Ο άνθρωπος ομιλεί αλλά τα ζώα δεν πρέπει να ομιλούν. Εδώ όμως ο όφις οµιλεί, αυτό και μόνο δείχνει αµέσως πως υπάρχει κάτι το εξαιρετικά ασυνήθιστο. Κάτι δεν πάει καλά. Ο Αδάμ και η Εύα γνωρίζουν πως µόνον αυτοί είχαν την ικανότητα να ομιλούν, αλλά εδώ ένα ζώο ομιλεί και η Εύα Θα έπρεπε να ήταν σε θέση να καταλάβει πως κάτι το ασυνήθιστο συμβαίνει.

Είναι ένας μύθος;
Υπάρχουν φυσικά αυτοί που απορρίπτουν το κεφάλαιο, χαρακτηρίζοντας το έναν μύθο. Στους μύθους τα ζώα μιλούν. Υπάρχουν αρκετές συλλογές μύθων. Αυτοί του Αισώπου είναι ίσως οι περισσότεροι γνωστοί, αλλά υπάρχουν και άλλοι μύθοι στους οποίους τα ζώα µιλούν και αποτελούν ενδιαφέρουσες ιστορίες. Έχουν συνήθως κάποιο ηθικό δίδαγμα και το ηθικό δίδαγμα είναι η έκφραση της πρακτικής σσφίας. Έτσι στους Αισώπιους Μύθους, διαβάζουμε για ένα λύκο και ένα αρνάκι. Το αρνάκι έπινε νερό στο κάτω µέρος μιας πηγής ενώ ο λύκος έπινε νερό στο επάνω μέρος της ίδιας πηγής. ‘Οµως ο λύκος κατηγόρησε το αρνάκι ότι λάσπωνε το νερό και αυτό απετέλεσε πρόφαση για να χυµήξει επάνω του και να το κατασπαράξει. Το ηθικό συµπέρασμα αυτό – ο πονηρός άνθρωπος θα βρει πάντοτε κάποια πρόφαση για να κάνει την κακή πράξη – είναι ένα καλό επιµύθιο.
Αλλά το σηµείο στο οποίο θέλω να σταθώ είναι πως δεν πιστεύουμε ότι ο λύκος µίλησε ή ότι το αρνάκι απάντησε. Ένας μύθος είναι απλώς μια ιστορία που επεξηγεί κάποιο συγκεκριμένο σημείο. Και όταν συµβαίνει να οµιλούν τα ζώα. γνωρίζουμε πως αυτό δεν είναι παρά ένα λογοτεχνικό τέχνασμα και τίποτε περισσότερο. Μήπως είναι αυτό που συμβαίνει εδώ στη Γένεση; ‘Οταν ομιλεί ο όφις μήπως διαβάζουµε κάτι σαν τους µύθους του Αισώπου; Η απάντησή µου είναι πως αµέσως αντιλαµβανόμαστε πως αυτή δεν είναι η περίπτωση. Στην Παλαιά Διαθήκη τα ζώα δεν μιλούν. Υπάρχει φυσικά η ειδική περίπτωση της όνου του Βαλαάµ, αλλά εκτός από αυτήν και την ομιλία του όφεως στην Γενεση, δεν υπάρχει καμμιά άλλη περίπτωση. Επί πλέον εάν πρόκειται να δεχθείς την ιστορία αυτή απλώς σαν μύθο. Θα πρέπει να βρεις και να της δώσεις κάποιο ηθικό δίδαγµα. Ο µύθος έχει το επιμύθιο αλλά δεν υπάρχει κάτι τέτοιο στο σηµείο αυτό. Συνεπώς, το να πει κανείς πως το τρίτο κεφάλαιο της Γενέσεως είναι απλώς και µόνον ένας μύθος οπωσδήποτε αδικεί την όλη ιστορία.

Είναι ενας Θρύλος;

Γνωρίζουμε πως στις μέρες μας… γίνονται όλων των ειδών οι προσπάθειες για να ανασκευαστεί η ιστορικότητα των γεγονότων που καταγράφονται σ’ αυτό εδώ το τρίτο κεφάλαιο της Γενέσεως. Έτσι ορισμένοι θα πουν πως ενώ το κεφάλαιο αυτό δεν είναι ένας µύθος, κατατάσσεται όμως στην κατηγορία ενός θρύλου. ‘Ολοι οι λαοί έχουν τους θρύλους τους. Αυτές είναι αθώες ιστορίες που µεταβιβάζονται
από γενεά σε γενεά και μας λέγουν πως εδώ έχουμε έναν ακόμη θρύλο. Μας ικανοποιεί όμως αυτό; Το τρίτο κεφάλαιο, εξηγεί την προέλευση της αμαρτίας στον κόσµο και υπάρχει μια ηθική σοβαρότητα η οποία δεν ταιριάζει καθόλου στην ιδέα ενός θρύλου. Επιπλέον οι ίδιοι χαρακτήρες που υπάρχουν στο τρίτο κεφάλαιο της Γενέσεως ευρίσκονται επίσης στο δεύτερο κεφάλαιο, καθώς και στο τέταρτο κεφάλαιο. Εδώ υπάρχει ένας σύνδεσμος που ενώνει όλα τα στοιχεία της ιστορίας με την είσοδο της αμαρτίας στον κόσμο. Δεν μοιάζει για ένα είδος ιστορίας που λέγεται για να ψυχαγωγήσει. Η ηθική έμφαση και η σοβαρότητά του δεν ταιριάζουν σ’ έναν κοινό θρύλο.

Υπάρχουν ακόμη και σοβαρότεροι λόγοι για να αρνηθούμε πως το κεφάλαιο μας είναι ένας θρύλος. αλλά δεν θα ήθελα από τώρα, να αναφερθώ σ’ αυτούς τους λόγους. Θα ήθελα όμως να σημειώσω το εξής: Στην καθημερινή μας γλώσσα, ένας θρύλος ή ένας μύθος δεν είναι κατ’ ανάγκη μια ιστορία για θεούς και θεές. Οι περισσότεροι από εμάς θα έχουμε διαβάσει ιστορίες, πιθανόν στα μαθητικά μας χρόνια για θεούς και θεές και θα τις έχουμε βρει αρκετά ενδιαφέρουσες, αλλά ακόµη και σαν παιδιά, δεν λάβαμε αυτές τις ιστορίες στα σοβαρά. Δεν πιστέψαμε πως ήσαν αληθινές. Στις ηµέρες μας όμως μας λέγουν, πως ένας μύθος δεν είναι απαραίτητο να είναι μια ιστορία που παρουσιάζει μια θρησκευτική αλήθεια. Κατά τον τρόπο αυτό, διαφέρει από έναν μύθο. Επίσης δεν είναι απλώς μια ιστορία σχετικά με κάποιον ήρωα ή λαό της αρχαιότητας. ‘Ενας μύθος μας λέγουν, παρουσιάζει θρησκευτική αλήθεια, κάτω από το σχήμα μιας ιστορίας. Μήπως είναι αυτό που έχουμε εδώ στο κεφάλαιο μας στη Γένεση. Μήπως ασχολούμαστε µε έναν µύθο που δεν εξιστορεί κάτι που στην πραγματικότητα συνέβη, αλλά απλά και μόνο παρουσιάζει μια θρησκευτική αλήθεια σε µας, ώστε να δεχθούμε αυτήν την αλήθεια και να διδαχθούµε από αυτήν;

Είναι µια παραβολή;
Πριν απαντήσω στο ερώτημα, σχετικά με τον μύθο. θα ήθελα επίσης να αναφέρω πως υπάρχουν ορισµένοι που λέγουν πως το τρίτο κεφάλαιο της Γενέσεως είναι µια παραβολή. Εδώ, η χρήση του όρου «παραβολή» είναι ταυτόσημη με την έννοια του όρου «µύθος». Μια παραβολή πάλι, είναι μια ιστορία που περιέχει ένα πνευματικό μάθημα. Υπάρχουν πολλές τέτοιες παραβολές στην Καινή Διαθήκη. Ο Κύριος μας τις χρησιμοποιούσε πολύ συχνά και όποτε δίδασκε με παραβολές, πάντοτε εφάρμοζε κάποιο δίδαγμα. Οι µαθητές πήραν πολλά μαθήµατα, όταν ο Κύριος µας εξηγούσε τις παραβολές σε αυτούς. Στην Παλαιά Διαθήκη, υπάρχουν αρκετές παραβολές και κάθε µια περιέχει ένα δίδαγμα. Υπάρχει η ιστορία της Προβατίνας για παράδειγμα. ‘Οταν ο Δαυίδ έπραξε το φοβερό του αμάρτημα, ο Κύριος έστειλε τον προφήτη Νάθαν σ’ αυτόν. Ο Νάθαν, κατανόησε πως δεν θα μπορούσε να πάει στον Δαυίδ και να αρχίσει να διαλέγεται με αυτόν σχετικά. µε το αμάρτημα του. Πιθανόν ο Δαυίδ τότε να ήταν σε τέτοια κατάσταση, ώστε ακόμη και να φονεύσει οποιονδήποτε θα γινόταν αρκετά αδιάκριτος ώστε να υπεισέλθει στις προσωπικές του υποθέσεις.
Έτσι, ο Νάθαν άρχισε τη συνομιλία λέγοντας μια ιστορία, μιαν απλή ανατολίτικη ιστορία. «Υπήρχαν δύο άνθρωποι» είπε «ο ένας πλούσιος και ο άλλος πτωχός. Ο πλούσιος είχε μεγάλο ποίμνιο, ο πτωχός όµως δεν είχε παρά μια προβατίνα που την είχε αγοράσει και μεγαλώσει και ήταν σ’ αυτόν σαν αδελφή του. Ήλθε κάποτε κάποιος ταξιδιώτης και ο πλούσιος λυπήθηκε να πάρει ένα πρόβατο από το ποίµνιό του και να το προσφέρει στον ταξιδιώτη αλλά πήρε την προβατίνα του πτωχού και την πρόσφερε σ’ αυτόν». ‘Οταν ο Δαυίδ άκουσε την ιστορία, η οργή φούντωσε μέσα του και αμέσως εξέδωσε την κρίση του: «Ο άνθρωπος που έπραξε ούτως πρέπει να αποθάνει και θα πρέπει να επανορθώσει τετραπλασίως, επειδή έπραξε ούτως και επειδή δεν έδειξε έλεος». Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο, ο Νάθαν εφάρμοσε το δίδαγµα της παραβολής. Είπε στον Δαυίδ: «Εσύ είσαι ο άνθρωπος. ο ποιήσας ούτως», και κατόπιν κήρυξε προς τον Δαυίδ. Χρησιμοποίησε την παραβολή, όχι για να διασκεδάσει τον Δαυίδ, αλλά για να τον φέρει στο σηµείο όπου θα εξομολογείτο την αμαρτία του.

Χρησιμοποίησε την παραβολή για να μεταδώσει στον Δαυίδ και να εφαρμόσει στην περίπτωσή του το νόηµά της. Συνεπώς, η παραβολή περιέχει ένα δίδαγμα. Ο Κύριος το απέδειξε αυτό µε τις παραβολές που εδίδαξε. Περιέχουν ένα μάθηµα, ένα δίδαγµα και αυτά είναι τα χαρακτηριστικά κάθε παραβολής. Όµως δεν βρίσκουμε αυτό το χαρακτηριστικό εδώ στο τρίτο κεφάλαιο της Γενέσεως. Μετά από την εξιστόρηση του πειρασμού που μας δίνεται, δεν αναφέρεται οποιοδήποτε δίδαγμα. Δεν μας λέγεται πως δεν πρέπει να υποκύπτουµε στον πειρασμό, όπως το έπραξαν ο Αδάµ και η Εύα.
Κάτι τέτοιο δεν μας προσφέρεται στην Γένεση. Δεν υπάρχει δίδαγμα ή εφαρμογή ενός µαθήματος, που να βασίζεται στο κεφάλαιο που µας απασχολεί. Απλώς εξιστορεί κάτι που ο συγγραφέας πιστεύει πως έλαβε χώρα και αυτό είναι το σημείο που πάντοτε θα πρέπει να θυμόμαστε.

Βρίσκουμε αξιοσηµείωτη υποστήριξη αυτής της ερµηνείας στην Καινή Διαθήκη. Στο πέµπτο κεφάλαιο της προς Ρωμαίους Επιστολής, ο Παύλος συγκρίνει την ενέργεια του Αδάμ με την ενέργεια του Χριστού. Καθώς ο Αδάμ έκαµε κάτι, ο Χριστός έκαµε κάτι άλλο. Και εάν όλα που λέγει ο Παύλος για τον Αδάµ δεν αληθεύουν, εάν δεν υπήρξε Αδάμ, τότε δεν θα πρέπει να συμπεράνουμε πως δεν θα είναι αναγκαίο να υπάρξει κάποιος Χριστός; Εάν το έργο του Αδάμ είναι μυθικό, πως γνωρίζουμε πως και το έργο του Χριστού δεν είναι µυθικό; Εάν ο Αδάμ δεν είναι ένας χαρακτήρας της ιστορίας, τότε δεν είναι απαραίτητο να πιστέψουμε πως και ο Χριστός είναι ένας χαρακτήρας της ιστορίας. Αυτό είναι όλο το βάρος του ισχυρισµού του Παύλου. Οποιοδήποτε από τα εδάφια που χρησιμοποιεί σ’ αυτό το πέμπτο κεφάλαιο της Προς Ρωµαίους Επιστολής, αρχίζοντας από το εδάφιο δώδεκα µπορούν να επεξηγήσουν το σημείο: «Δια τούτο καθώς δι’ ενός ανθρώπου…».
Πάρτε το εδάφιο 18 σαν παράδειγµα: «Καθώς λοιπόν δι’ ενός αµαρτήματος ήλθε κατάκρισις εις πάντας ανθρώπους, ούτω και δια μιας δικαιοσύνης ήλθεν εις πάντας ανθρώπους δικαίωσις εις ζωή…». Αυτή είναι μια από τις σοβαρότερες δηλώσεις της Αγίας Γραφής. Σημειώστε αυτό που εμπεριέχονται στα εδάφια αυτά. “Καθώς“… η λέξη αυτή είναι προεισαγωγική, ενώνει τα δυο σκέλη του εδαφίου – όπως αυτό είναι αληθινό, έτσι και το άλλο είναι αληθινό. Αυτό είναι που λέγει ο Παύλος. «Καθώς δι’ ενός ανθρώπου (του Αδάμ) η αµαρτία εισήλθεν εις τον κόσμον». Με άλλα λόγια. ο Παύλος λέγει πως ο λόγος που όλη η ανθρωπότητα είναι υπό κατάκριση πηγάζει από το γεγονός της αμαρτίας του πρώτου ανθρώπου, του Αδάμ. Συνεχίζοντας δε δίνει το συμπέρασμά του “… ούτω δια μιας δικαιοσύνης…” Δηλαδή δια του θανάτου και της αναστάσεως του Κυρίου μας, «ήλθεν εις πάντας ανθρώπους δικαίωσις εις ζωή…». Η δίκαιη πράξη του Κυρίου μας αντιστοιχεί στην παράβαση του Αδάμ. Αυτό που λέγει ο Παύλος είναι πως η δικαίωση που οι Χριστιανοί λαβαίνουν βασίζεται στην δίκαιη ενέργεια του Ιησού Χριστού και αυτή η δίκαιη ενέργεια του Ιησού Χριστού συγκρίνεται με την παράβαση του πρώτου ανθρώπου. Υπάρχουν δύο άνθρωποι, που αντιπροσωπεύουν το ανθρώπινο γένος. Ο πρώτος άνθρωπος είναι από τη γη, χοϊκός, ο δεύτερος άνθρωπος είναι ο Κύριος από τον ουρανό. Εάν ο πρώτος άνθρωπος είναι μυθικός και δεν έζησε ποτέ, τότε όλα τα επιχειρήματα σχετικά µε τον δεύτερο άνθρωπο είναι χωρίς αξία. Σημειώστε παρακαλώ την σπουδαιότητα όλων αυτών. Ο Παύλος πίστευε στην ιστορικότητα του Αδάμ και καθόσον η προς Ρωμαίους επιστολή αποτελεί θεία γραφή, µπορούμε να εμπιστευθούμε αυτά που έχει να πει για το θέµα. Έτσι ώστε να μην μπορούµε να απορρίψουμε τον Αδάµ σαν έναν μη-ιστορικό χαρακτήρα.

(Απόδοση: Γ. Τασίογλου)

Πηγή: περιοδικό ΑΣΤΗΡ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 1989.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *